Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2009

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ 5

ΔΟΓΜΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΙΚΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ της ΟΡΘΟΔΟΞΟΥ ΚΑΘΟΛΙΚΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ
© Ιωάννης Σ. Ρωμανίδης

Τμήμα 4
β) Οι υπό της Α' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα
γ) Οι υπό της Β' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και Πνευματομάχοι και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα
Ι. Οι Ευνομιανοί
ΙΙ. Οι Πνευματομάχοι
Ζ. Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της διατυπώσεως του δόγματος

β) Οι υπό της Α' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Αρειανοί και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα
Η βασική διάκρισις μεταξύ των Πατέρων και των ως άνω αιρετικών είναι ότι οι Πατέρες παραδέχονται άμεσον υπό των θεουμένων υπέρλογον, εμπειρίαν του ακτίστου φωτός της θεότητος της Αγίας Τριάδος, ενώ οι αιρετικοί παρεμβάλουν μεταξύ των θεουμένων και του Θεού κτιστά μόνον μέσα αποκαλύψεως, όπως είδαμεν.1
Μεταξύ όμως των αιρετικών τούτων υπάρχουν οπαδοί μιας αποφατικής τινος θεολογίας, ως οι Σαμοσατιανοί και οι Αρειανοί αλλά και οι εγκαταλείψαντες παντελώς την αποφατικήν θεολογίαν Ευνομιανοί και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Φραγκολατίνοι. Εις όλας όμως τας εν λόγω περιπτώσεις τα κτιστά μέσα αποκαλύψεως του ακτίστου σκοπόν έχουν την μεταφοράν εκ του ακτίστου μηνυμάτων σωτηρίας και αυτής ταύτης της σωτηρίας. Εις την ορθόδοξον παράδοσιν των θεουμένων, προφητών, αποστόλων και αγίων, η αποφατική θεολογία είναι εκ της προσωπικής του θεουμένου εμπειρίας του υπέρ τον λόγον ακτίστου της θεότητος φωτός. Αντιθέτως εις τους εν λόγω αιρετικούς ο χαρακτήρ της υπέρ τον λόγον ή κατά τον λόγον αποκαλύψεως είναι αποτέλεσμα της εκ Θεού υπό των ανθρώπων αποδοχής κτιστών μόνον μηνυμάτων, ή δια της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως του Χριστού μόνον, ή δι' αυτής και του κτιστού Λόγου, αλλά εν πάση περιπτώσει ως εμπεριέχονται εις την Αγίαν Γραφήν. Πάντως και η υπέρ τον λόγον αποφατική θεολογία των Σαμοσατιανών και των Αρειανών και η κατά τον λόγον καταφατική θεολογία των Ευνομιανών και των Φραγκολατίνων βασίζονται αποκλειστικώς επί της Αγίας Γραφής, αφού η προσωπική εμπειρία των πνευματικών ανδρών των εν προκειμένω αιρέσεων δια της οποίας υποτίθεται γνωρίζουν τον Θεόν συντελείται πάντοτε δια κτιστού μέσου ή δια της εκτός της θεώσεως δαιμονιώδους εκστάσεως.
Χρήζει μεγάλης προσοχής το γεγονός ότι οι Σαμοσατιανοί και οι Αρειανοί συνεφώνουν μετά της ορθοδόξου παραδόσεως περί της εν Θεώ διακρίσεως μεταξύ της θείας ουσίας και της ακτίστου ενεργείας. Εν τούτοις υπάρχει ριζική διαφορά μεταξύ των αιρετικών τούτων και των Ορθοδόξων, διότι οι μεν εθεμελίωναν την εν λόγω διάκρισιν επί της παραδόσεως αλλά και επί της φιλοσοφίας,2 ενώ ως είδαμεν,3 οι Ορθόδοξοι εστηρίζοντο επί της εμπειρίας της θεώσεως και της υπό των θεουμένων ερμηνείας της Αγίας Γραφής.
Πάλιν δια λόγους φιλοσοφικούς οι Ευνομιανοί και οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Φραγκολατίνοι εταύτιζον την θείαν ουσίαν και την άκτιστον θείαν ενέργειαν.4
Ίνα κατανοήση τις την τελικήν διατύπωσιν της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας της Εκκλησίας πρέπει να έχη υπ' όψιν τα υπό των αιρέσεων τούτων δημιουργηθέντα φιλοσοφικά και θεολογικά προβλήματα. Ίσως το πιο παράδοξον είναι ότι κατά τας φιλοσοφικάς αυτών προϋποθέσεις υπήρχε κατά βάσιν συμφωνία μεταξύ Σαμοσατιανών, Αρειανών και Νεστοριανών.5
Επικρατεί η θεωρία ότι το θεολογικόν οικοδόμημα του Αρειανισμού βασίζεται εις την προκατάληψιν αυτού, ότι ο Θεός δεν δύναται ένεκα της απολύτου υπερβατικότητός Του να έχη άμεσον σχέσιν με τα κτίσματα και δια τούτο υπεχρεούτο να παρεμβάλη ως ενδιάμεσον όν, τον κτιστόν Λόγον, εις τας σχέσεις μεταξύ Θεού και κόσμου.6
Η επικράτησις τοιούτων θεωριών οφείλεται εις την αδυναμίαν των ετεροδόξων και των συγχρόνων θεολόγων να παρατηρήσουν ότι, ταύτα λέγει ο Άρειος δια την ουσίαν του Θεού και ουχί δια την ενέργειαν Αυτού. Δηλαδή ο Άρειος εδίδασκεν ότι ο Θεός έχει σχέσεις με τα ετερούσια, ουχί κατ' ουσίαν αλλά μόνον κατ' ενέργειαν.7 Επίσης ετόνιζεν ότι τα κτίσματα δεν γνωρίζουν την ουσίαν του Θεού αλλά μόνον την ενέργειαν του Θεού.8 Εις τα τοιαύτα είναι σαφές ότι ο Άρειος ακολουθεί το σχήμα της πατερικής παραδόσεως.
Ταύτα όμως δεν βλέπουν ως κλείδα εις την ερμηνείαν των Πατέρων, οι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον Φραγκολατίνοι και οι απόγονοι αυτών Παπικοί και Προτεστάνται θεολόγοι, ως δεν είχεν υπ' όψιν του ταύτα ο εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ. Τούτο διότι ακολουθούντες τον Αυγουστίνον εις την ταύτισιν ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ και φανταζόμενοι εαυτούς πιστούς εις τους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων, και θεωρούντες τον Αυγουστίνον ως τον μεγαλύτερον Πατέρα της Χριστιανοσύνης, ούτε καν δύνανται να φαντασθούν ότι μαζί με τον Αυγουστίνον εξετράπησαν εκ της Ιεράς Παραδόσεως και επρόδωσαν τας προϋποθέσεις των δογμάτων των Οικουμενικών Συνόδων, δια της καταργήσεως των εμφανίσεων του Λόγου εν τη ακτίστω δόξη Αυτού εις τους προφήτας και εις τους αποστόλους και δια της ταυτίσεως της θείας ουσίας και της θείας ενεργείας με συνέπειαν την περί Filioque αίρεσιν και την εις εποχήν αγραμματωσύνης προσθήκην αυτού εις το Σύμβολον της πίστεως.
Πάντως εναντίον του ταυτίζοντος την ουσίαν και την ενέργειαν εν τω Θεώ Βαρλαάμ, ο Παλαμάς παραπονείται ότι ούτε ο Άρειος ετόλμησε να κάνη αυτό, αφού προσεπάθει να υποδείξη ότι ο Λόγος γεννάται ουχί εκ της ουσίας του Πατρός αλλά κατά βούλησιν του Πατρός εκ του μηδενός. "Θέλησιν δε την ουσίαν του Θεού ουδ' οι θελήσεως Υιόν ειπόντες τον Λόγον του Θεού ετόλμησαν ειπείν."9
Ακριβώς επειδή ο Αυγουστίνος δεν εγνώριζε την διδασκαλίαν των Πατέρων της Α' και της Β' Οικ. Συνόδου εθεολόγησε τελικώς το Filioque. Επειδή δε οι Φραγκολατίνοι επίστευσαν ότι ο Αυγουστίνος γνωρίζει καλύτερα από τους συγχρόνους των λατινοφώνους και ελληνοφώνους Ρωμαίους την περί Θεού διδασκαλίαν της Εκκλησίας, απεκήρυξαν την διδασκαλίαν της Α' και της Β' Οικ. Συνόδου, νομίσαντες ότι δια του Filioque κατώρθωσαν κάποιαν περαιτέρω και ανωτέραν ανάπτυξιν δια βαθυτέρας κατανοήσεως του δόγματος των εν λόγω Συνόδων.
Την εκ μέρους των Φραγκολατίνων αθέτησιν ταύτην αναπτύσσει ο Γρηγόριος ο Παλαμάς ως εξής, "Αρειανοί μεν ουν τον Υιόν έλεγον θελήσει του Πατρός εις το είναι προελθείν εκ του μη αθελήτως εκ του Πατρός το είναι λαβείν τούτο δήθεν κατασκευάζοντες. Ερούμεν ουν και ημείς προς αυτούς, όπερ και ο μέγας Αθανάσιος προς τους Αρειανούς, ότι "τού βούλεσθαι το κατά φύσιν υπέρκειται, και η φύσις ουχ υπόκειται βουλήσει".10 Ως ουν η γέννησις ευδοκία και θέλησις ουκ έστιν, αλλ' υπέρ ευδοκίαν και θέλησιν - φύσει γαρ δείκνυσιν εκ Πατρός όντα τον Υιόν ως αυτώ γνήσιον και ομοούσιον, αλλ' ου θελήσει καθά τα κτίσματα - ούτως ουδέ του Πνεύματος η εκπόρευσις αποστολή και ευδοκία και θέλησίς εστι, φύσει γαρ η εκπόρευσις δείκνυσι το Πνεύμα το Άγιον εκ του Πατρός ως αυτώ γνήσιον και ομοούσιον, αλλ' ου θελήσει κατά τα κτίσματα. Λατίνοι γούν λέγοντες ταυτόν είναι τη αποστολή του θείου Πνεύματος την εκπόρευσιν κατά πάσαν ανάγκην κτιστόν είναι το Πνεύμα κατασκευάζουσι."11
Ως θα είδωμεν κατωτέρω ο Αυγουστίνος αντιμετωπίζει το επιχείρημα αυτό των Αρειανών το οποίον αποδίδει εις τους Ευνομιανούς, με τον ισχυρισμόν ότι είναι ανόητον, εφόσον η βούλησις είναι αγάπη και ως εκ τούτου ταυτίζεται με την θείαν ουσίαν. Επομένως το φύσει και βουλήσει γεννάν είναι ταυτόν.12
Ως ανεπτύξαμεν λεπτομερώς εις άλλας εργασίας13 οι Σαμοσατιανοί, οι Αρειανοί, και οι Νεστοριανοί επρέσβευον ότι ο Θεός έχει πραγματικάς σχέσεις προς τα κτίσματα κατά βούλησιν και ουδέποτε κατ' ουσίαν ή κατά φύσιν ή και καθ' υπόστασιν, διότι ταύτα σημαίνουν δι' αυτούς κατ' ανάγκην.
Προφανώς ευρισκόμεθα ενώπιον μιας φιλοσοφοποιήσεως της εκ της αποκαλύψεως γνωστής διακρίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ. Φαίνεται ότι η μορφή αυτή της εν λόγω διακρίσεως ανεπτύχθη μεταξύ των Χριστιανών της ανατολικής Διοικήσεως της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, προς αντιμετώπισιν των εκ της ελληνικής φιλοσοφίας επιχειρημάτων κατά του δόγματος της Εκκλησίας περί της εκ του μηδενός δημιουργίας. Κρίνοντες από τον φανατισμόν με τον οποίον επέμενον εις ταύτην την φιλοσοφικήν αρχήν οι εν λόγω αιρετικοί, δύναταί τις να εικάση την μεγάλην επιτυχίαν ταύτης της αναπτυχθείσης φιλοσοφίας. Ο φανατισμός των οπαδών αυτής δύναται να εξηγηθή μόνον από το γεγονός ότι εξ αιτίας αυτής ησπάσθησαν πολλοί τον Χριστιανισμόν. Φαίνεται ότι αντί να επικαλεσθούν την αυθεντίαν των αυτοπτών μαρτύρων της θεότητος του Χριστού θεουμένων, εβασίσθησαν εις την εν λόγω φιλοσοφίαν και καθυπέταξαν την διδασκαλίαν των θεουμένων εις αυτήν και ούτω διέστρεψαν την ορθόδοξον διδασκαλίαν περί Αγίας Τριάδος και περί ενσαρκώσεως του Λόγου ως και περί θεοπνευστίας.14
Εις αποδιδόμενα εις τον μάρτυρα Ιουστίνον έργα ευρίσκομεν στοιχεία τινα της εν λόγω φιλοσοφίας. Εκ των έργων τούτων επιλέγομεν τα εξής χωρία,
"Ερώτησις. Ει το είναι τη δυνάμει του είναι τη ενεργεία καθέστηκεν έλαττον, πώς ο του κόσμου ποιητής, προ της του κόσμου ποιήσεως ποιητής ών δυνάμει, και ουκ ενεργεία τω της ελαττώσεως ουχ υποπίπτει ονόματι;"
"Απόκρισις. Ών η δύναμις της ενεργείας φυσική τινι ανάγκη υφέστηκεν, τούτων η δύναμις ελάττων της ενεργείας καθέστηκεν. Ου δε η δύναμις της ενεργείας ου φυνική ανάγκη, αλλά ιδία βουλή υφέστηκεν, ούτος ανυπόβλητος τω της ελαττώσεως ονόματι. Διενοήθης, φησί, και πάντα σοι πάρεστιν".15
Εις άλλο της ιδίας ομάδος έργον ευρίσκομεν τα εξής, "ο Θεός ει τω είναι ποιεί, αναγκαστικώς ποιεί ά ποιεί, ει δε τω βούλεσθαι ποιεί, αυθεντικώς ποιεί, αυθεντικώς δε ποιών, όσα βούλεται και οία βούλεται και ότε βούλεται ποιεί."16
Και εις άλλο τα εξής χαριτωμένα, "ει κατά τους Έλληνας τω είναι, και ου τω βούλεσθαι ποιεί ο Θεός τους ανθρώπους, πώς ο Πλάτων ποτέ μεν έστι ζώον λογικόν και άνθρωπος, ποτέ δε ζώον άλογον και μύρμηξ δια της μετεμψυχώσεως; Ει μεν έπεται τω Θεώ το γενέσθαι τον Πλάτωνα άνθρωπον, ανάγκη μεταγομένου του Πλάτωνος εκ του είναι αυτόν άνθρωπον εις το γενέσθαι αυτόν μύρμηκα, μεταγενέσθαι και τον Θεόν του είναι ό εστιν, ει δε ο Πλάτων μεν μεταφέρεται, ο δε Θεός του είναι ό εστιν ου μεταφέρεται, πώς τω είναι, και ου τω βούλεσθαι ο Θεός ποιεί τους ανθρώπους;"17
Και εις άλλο έργο, "πρός ένδειξιν δε της θείας αυτού δυνάμεως και του μη νόμω φύσεως αυτόν δουλεύειν, αλλά αυθεντία βουλήσεως το δοκούν εργαζόμενον, τα μεν εν αρχή των εν γενέσει και φθορά φύσεως εκ της γης και των υδάτων εποίησε, προστάξας, "εξαγαγέτω η γη ψυχήν ζώσαν κατά γένος ..."18
Εξ αιτίας τοιούτων αρχών, εν συνδυασμώ με την απουσίαν της ορθής περί αποκαλύψεως διδασκαλίας, ο Παύλος Σαμοσατεύς απέρριψεν όχι μόνον την περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίαν των προφητών και των αποστόλων, αλλά ηρνήθη την κατά φύσιν ένωσιν εν Χριστώ των δύο φύσεων, ισχυριζόμενος ότι τούτο σημαίνει κατ' ανάγκην ένωσιν.19 Κατ' αυτόν η μία ουσία και υπόστασις του Θεού ενούται εν Χριστώ μετά της ανθρωπίνης φύσεως ουχί κατά φύσιν αλλά κατ' ενέργειαν και ευδοκίαν.20 Και ως είδαμεν,21 κατά την ενσάρκωσιν ο Θεός γίνεται Πατήρ και ούτω λέγεται ότι γεννά τον μονογενή Αυτού Υιόν τον άνθρωπον Χριστόν. Το Πνεύμα το Άγιον δια τον Σαμοσατέα ήτο η εν Χριστώ χάρις και ενέργεια του Θεού, το οποίον συγκατώκει μετά της ενεργείας του Λόγου εν τω ανθρώπω Χριστώ ως, εις τους προφήτας, αλλά με την διαφοράν ότι ο Χριστός εγένετο ναός του πληρώματος της θεότητος του Θεού.22
Τρείς Σύνοδοι ησχολήθησαν εν Αντιοχεία με την αίρεσιν ταύτην τω 264-269 και τελικώς κατεδικάσθη ο Παύλος Σαμοσατεύς, διότι δεν εδέχετο 1) ότι ο Λόγος είναι ο εκ του Πατρός γεννηθείς προ των αιώνων μονογενής Υιός του Θεού, 2) ότι ο Λόγος είναι εν Εαυτώ ουσία (δηλαδή υπόστασις) και 3) ότι ο Λόγος ούτος ηνώθη κατ' ουσίαν (δηλαδή καθ' υπόστασιν) με την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν.23
Σημειωτέον ότι ο Παύλος Σαμοσατεύς εδίδασκεν ότι εν Χριστώ υπάρχει μία ενέργεια βουλήσεως του Θεού και του Χριστού και εκ της ενώσεως αυτής των δύο ενεργειών συνίσταται η ενσάρκωσις και όχι εκ της κατά φύσιν ενώσεως των δύο φύσεων.24 Αυτή είναι κατ' ουσίαν η διδασκαλία του Διοδώρου Ταρσού, του Θεοδώρου Μοψουεστίας, του Νεστορίου, και ίσως του Θεοδωρήτου Κύρου.25 Και ως φαίνεται και η πηγή του μονοενεργητισμού και του μονοθελητισμού.26
Ως ανεπτύξαμεν αλλαχού η όλη φιλοσοφική προϋπόθεσις της διδασκαλίας αυτών είναι ότι ο Θεός δύναται μόνον με τον ομοούσιον Εαυτώ Υιόν και το ομοούσιον Εαυτώ Πνεύμα να έχη κατ' ουσίαν σχέσεις και ουχί με τα κτίσματα, διότι το κατ' ουσίαν σημαίνει κατ' ανάγκην.27 Επομένως ο Λόγος ενούται με τον Χριστόν κατ' ενέργειαν και κατ' ευδοκίαν. Ούτω τα δύο πρόσωπα γίνονται άμα τη γεννήσει του Χριστού εκ της Παρθένου έν πρόσωπον της ενώσεως με μίαν ενέργειαν και θέλησιν.28
Φαίνεται σαφώς ότι ο συνδετικός κρίκος μεταξύ του Παύλου Σαμοσατέως και των Αρειανών ήτο ο μαθητής του Σαμοσατέως Λουκιανός ο διδάσκαλος των Αρειανών, οίτινες απεκάλουν εαυτούς Συλλουκιανιστάς.29 Την ακριβή διδασκαλίαν του Λουκιανού δεν γνωρίζομεν. Είναι βέβαιον όμως ότι 1) προσηρμόσθη εις την επίσημον διδασκαλίαν της Εκκλησίας μετά την καταδίκην του διδασκάλου του εις τα τρία αναφερθέντα σημεία. Ούτω βλέπομεν τους Αρειανούς με αρχηγόν τον Άρειον να συμφωνούν ότι 1) η Αγία Τριάς είναι τρεις υποστάσεις, 2) ότι ο Λόγος κατ' ουσίαν ηνώθη με την ανθρωπίνην Αυτού φύσιν, και 3) ότι η εκ του Θεού γέννησις του Λόγου εγένετο προ των αιώνων.
Παρά την τυπικήν ταύτην συμφωνίαν με την επίσημον διδασκαλίαν της Εκκλησίας και την απόφασιν της αναφερθείσης Συνόδου, η διδασκαλία των Συλλουκιανιστών ήτο εις την πραγματικότητα μία υπεκφυγή και ουσιαστικώς εμμονή, εις την φιλοσοφίαν του Σαμοσατέως και μόνον κατ' επίφασιν προσαρμογή εις την ορθόδοξον θεολογίαν.30
Κατά τον Άρειον, ως και κατά τον Σαμοσατέα, ο Θεός είχεν εν Εαυτώ ως ενεργείας ακτίστους τον Λόγον και το Πνεύμα Αυτού και ήτο μία ουσία και υπόστασις.31 Ενώ αρχαίοι τινες Ορθόδοξοι εδίδασκον όπως είδαμεν,32 ότι ο Θεός προ των αιώνων εγέννησε τον ενδιάθετον Λόγον, Όστις ο ίδιος εγένετο προφορικός και Υιός Μονογενής, του Θεού ούτω γενομένου Πατρός, δια την δημιουργίαν του κόσμου και την ενσάρκωσιν του Λόγου, ο Άρειος αντιθέτως επρέσβευεν ότι ο Θεός εγέννησε προ των αιώνων δεύτερον Λόγον εκ του μηδενός.33 Δια τους αναφερθέντας αρχαίους η γέννησις του ενδιαθέτου Λόγου εις προφορικόν εγένετο τη βουλήσει του Πατρός, διότι δεν εθεωρείτο τρόπος της υπάρξεως του Λόγου, αφού ήδη υπήρχεν, αλλά ο τρόπος της ενεργείας του Θεού δια του Λόγου προς δημιουργίαν του κόσμου και ενσάρκωσιν του Λόγου.34 Ο Άρειος όμως εθεώρει την γέννησιν ως τον τρόπον της υπάρξεως του Λόγου εκ του μηδενός.
Η μεγάλη πλειοψηφία των επισκόπων και οι αντιπρόσωποι αυτών θεολόγοι Πατέρες της Εκκλησίας συνεφώνουν με τους Αρειανούς ότι ο όρος γέννησις δηλοί τον τρόπον της υπάρξεως του Λόγου προ των αιώνων. Αλλά διεφώνουν με τον Άρειον και επέμειναν εις την παράδοσιν των αρχαίων ότι Είς είναι ο Λόγος του Θεού, Όστις εγεννήθη εκ της ουσίας του Πατρός ή εκ της υποστάσεως Αυτού και Όστις δεν είναι εκ του μηδενός έργον της βουλήσεως του Πατρός.
Σημειωτέον ότι η εκδοχή ότι οι Αρειανοί εδίδασκον την εν χρόνω γέννησιν του Λόγου εκ του μηδενός είναι όχι η διδασκαλία αυτών αλλά κατηγορία εναντίον αυτών. Οι Συλλουκιανισταί μετά ζήλου επέμενον όχι μόνον εις την προ του χρόνου αλλά και εις την προ των αιώνων γέννησιν του Λόγου εκ του μηδενός.35
Ο Άρειος ετόνιζεν ότι το "γεννάν" δεν είναι της ουσίας αλλά της βουλήσεως ή ενεργείας του Θεού και άρα σημαίνει "κτίζειν". Δηλαδή το ότι ο Θεός γεννά τον δεύτερον Λόγον εκ του μηδενός σημαίνει ότι κτίζει, ποιεί, δημιουργεί τον Λόγον τούτον εκ του μηδενός.36
Συνεπής εις την διδασκαλίαν της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως, ότι κτίσμα δεν δύναται να γνωρίση την γνωστήν μόνον εις τον Θεόν θείαν ουσίαν, ο Άρειος επρέσβευεν ότι ο εκ του μηδενός κτισθείς Λόγος, δεν γνωρίζει ούτε την ουσίαν του γεννήσαντος Αυτόν Πατρός, ούτε την ιδικήν Του.37 Ούτω δεν έχει κατά φύσιν την γνώσιν, τας ενεργείας, την δόξαν, την βασιλείαν, κ.λ.π. του Πατρός, αλλά έχει ταύτα κατά χάριν εν ω μέτρω θέλει και δίδει ο Πατήρ. Ούτως ο Πατήρ έδωσεν εις τον κτιστόν Αυτού Μονογενή Υιόν το κτίζειν, το κυβερνάν, το προνοείν, το σώζειν, το αγιάζειν, κ.τ.λ. Ο Πατήρ αποκαλύπτει εις τον Λόγον τα πάντα όσα χρειάζονται, ουδέποτε όμως την ουσίαν Αυτού. Δια τον Άρειον υπάρχει ταυτότης τις ενεργειών του Πατρός και του Λόγου, αλλ' ουχί φυσική και απόλυτος ταυτότης ενεργειών. Ο Λόγος κατά χάριν και μέθεξιν έχει ό,τι άκτιστον έχει από τον Πατέρα. Κατά φύσιν έχει μόνον κτιστήν φύσιν και τας κτιστάς αυτής ενεργείας.38
Επίσης συνεπής εις την φιλοσοφικήν αρχήν του Παύλου Σαμοσατέως ο Άρειος διετήρησε μετά φανατισμού την διδασκαλίαν, ότι ο Θεός έχει μόνον κατά βούλησιν και ουδέποτε κατ' ουσίαν σχέσιν με άλλας ουσίας και υποστάσεις. Ισχυρίζετο ότι η κατ' ουσίαν γέννησις του Λόγου υπό του Θεού συνεπάγεται μίαν κατ' ανάγκην γέννησιν, ήτις περισσοτέραν συγγένειαν έχει, κατά τον Άρειον, με τας εκ του Υψίστου Θεού απορρίας των κατωτέρω όντων των Γνωστικών.39 Ο Λόγος όμως ως κτίσμα δύναται να ενωθή κατ' ουσίαν με την σάρκα Αυτού, αφού εκτίσθη υπό του Θεού υπ' αυτόν τον όρον. Και ούτως έχει φύσιν τρεπτήν. Τον ανθρώπινον λόγον του Χριστού όμως αντικατέστησεν ο κτιστός Λόγος του Αρείου και ούτως όλας τας κτιστάς ενεργείας του Χριστού αποδίδει ο Άρειος αδιακρίτως εις την προϋπάρχουσαν φύσιν του Λόγου προς απόδειξιν του κτιστού και του τρεπτού Αυτού.40
Εις την θεολογίαν του Αρείου υπάρχει μία σπουδαία αντίθεσις την οποίαν εκτύπησαν οι Πατέρες και την οποίαν εκάλυψαν δια μιας σπουδαίας αναπροσαρμογής οι Ευνομιανοί ως θα είδωμεν.41 Ενώ οι Αρειανοί ετόνιζον τόσον πολύ το κατά πάντα άγνωστον της ουσίας του Θεού, ώστε να μη την γνωρίζη ούτε ο προ των αιώνων γεννηθείς Λόγος, παρά ταύτα ισχυριζόμενοι ότι το κατ' ουσίαν σημαίνει κατ' ανάγκην, κατήντουν αυτοί αντί του Λόγου να γνωρίζουν την θείαν ουσίαν.
Ο Μέγας Αθανάσιος επισημαίνει το σημείον τούτο ως εξής, "ότι καταισχυθέντες επί τω λέγειν ποίημα και κτίσμα, καί, ουκ ήν πριν γεννηθή ο του Θεού Λόγος, άλλως πάλιν κτίσμα λέγουσιν αυτόν είναι, βούλησιν προβαλλόμενοι και λέγοντες, ει μη βουλήσει γέγονεν, ουκούν ανάγκη και μη θέλων έσχεν ο Θεός Υιόν. Και τις ο την ανάγκην επιβαλών αυτώ πονηρότατοι και πάντα προς την αίρεσιν εαυτών έλκοντες; Το μεν γαρ αντικείμενον τη βουλήσει εωράκασι, το δε μείζων και υπερκείμενον ουκ εθεώρησαν. Ώσπερ γαρ αντίκειται τη βουλήσει το παρά γνώμην, ούτως υπέρκειται και προηγείται του βουλεύεσθαι το κατά φύσιν. Οικίαν μεν ουν τις βουλόμενος κατασκευάζει, υιόν δε γεννά κατά φύσιν, και το μεν βουλήσει κατασκευαζόμενον ήρξατο γίνεσθαι, και έξωθέν εστι του ποιούντος, ο δε υιός ίδιόν εστι της ουσίας του πατρός γέννημα, και ουκ έστιν έξωθεν αυτού, διό ουδέ βουλεύεται περί αυτού, ίνα μη και περί εαυτού δοκή βουλεύεσθαι. Όσω ουν του κτίσματος ο υιός υπέρκειται, τοσούτω και της βουλήσεως το κατά φύσιν, και έδει αυτούς ακούοντας, ου βουλήσει λογίζεσθαι το κατά φύσιν. Οι δε επιλαθόμενοι, ότι περί Υιού Θεού ακούουσι, τολμώσιν ανθρωπίνας αντιθέσεις λέγειν επί Θεού, ανάγκην και παρά γνώμην, ίνα το είναι Υιόν αληθινόν αρνήσωνται του Θεού, επεί ειπάτωσαν ημίν αυτοί, το αγαθόν είναι και οικτίρμονα τον Θεόν εκ βουλήσεως πρόσεστιν αυτώ, ή ου βουλήσει; Ει μεν ουν εκ βουλήσεως, σκοπείν δεί, ότι ήρξατο μεν είναι αγαθός και το μη είναι δε αυτόν αγαθόν ενδεχόμενόν εστι. Το γαρ βουλεύεσθαι και προαιρείσθαι εις εκάτερα την ροπήν έχει, και λογικής φύσεώς εστι τούτο το πάθος. Ει δε δια το εκ τούτων άτοπον ουκ εκ βουλήσεως αγαθός και οικτίρμων εστίν, ακουσάτωσαν άπερ ειρήκασιν αυτοί, ουκούν ανάγκη και μη θέλων εστίν αγαθός. Και τις ο την ανάγκην επιβαλών αυτώ; Ει δε άτοπόν εστι λέγειν επί Θεού ανάγκην, και δια τούτο φύσει αγαθός εστιν, είη αν πολλώ μάλλον και αληθέστερον του Υιού φύσει και ουκ εκ βουλήσεως Πατήρ".42
Το ότι φύσει και ουχί βουλήσει γεννά ο Θεός τον Λόγον είναι η ομόφωνος διδασκαλία των Πατέρων της Α' και της Β' Οικουμ. Συνόδου,43 οίτινες τονίζουν ότι το υπό του Θεού φύσει γεννάν δεν σημαίνει ανάγκη γεννάν. Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος συνοψίζει ταύτα κατά Αρειανών, Ευνομιανών και Πλάτωνος λέγων, "ου γαρ δη υπέρχυσιν αγαθότητος ειπείν θαρρήσομεν (ό των παρ' Έλλησι φιλοσοφησάντων ειπείν τις ετόλμησεν, Οίον κρατήρ τις υπερρήη, σαφώς ουτωσί λέγων, εν οίς περί πρώτου αιτίου και δευτέρου φιλοσοφεί)44 μήποτε ακούσιον την γέννησιν εισαγάγωμεν, και οίον περίττωμά τι φυσικόν και δυσκάθεκτον, ήκιστα ταις περί θεότητος υπονοίαις πρέπον".45
Ο Μέγας Αθανάσιος επί του θέματος γράφει, "άρ' ουν επί φύσει και μη βουλήσεώς εστιν ο Υιός, ήδη και αθέλητός εστι τω Πατρί, και μη βουλομένου του Πατρός εστιν ο Υιός; Ουμενούν, αλλά και θελόμενός εστιν ο Υιός παρά του Πατρός, καί, ως αυτός φησιν, ο Πατήρ φιλεί τον Υιόν, και πάντα δείκνυσι αυτώ.46 Ως γαρ το είναι αγαθός ουκ εκ βουλήσεως μεν ήρξατο, ου μην αβουλήτως και αθελήτως εστίν αγαθός, ό γαρ εστι, τούτο και θελητόν εστιν αυτώ, ούτω και το είναι τον Υιόν ει και μη εκ βουλήσεως ήρξατο, αλλ' ουκ αθέλητον, ουδέ παρά γνώμην εστίν αυτώ. Ώσπερ γαρ της ιδίας υποστάσεώς εστι θελητής, ούτω και ο Υιός ίδιος ών αυτού της ουσίας, ουκ αθέλητός εστιν αυτώ. Θελέσθω και φιλείσθω τοίνυν ο Υιός παρά του Πατρός, και ούτω το θέλειν και μη αβούλητον του Θεού τις ευσεβώς λογιζέσθω. Και γαρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται παρά του Πατρός, ταύτη και αυτός αγαπά και θέλει, και τιμά τον Πατέρα, και έν εστι θέλημα το εκ Πατρός εν Υιώ, ως και εκ τούτου θεωρείσθαι τον Υιόν εν τω Πατρί, και τον Πατέρα εν τω Υιώ. Μη μέντοι κατά Ουαλεντίνον προηγουμένην τις βούλησιν επειγασέτω, μηδέ μέσον τις εαυτόν ωθείτω του μόνου Πατρός προς τον μόνον Λόγον, προφάσει του βουλεύεσθαι. Μαίνοιτο γαρ αν τις μεταξύ τιθείς Πατρός και Υιού βούλησιν και σκέψιν".[47]
Εκ των τοιούτων φαίνεται σαφώς ότι οι Πατέρες ουδεμίαν ενέργειαν παρεμβάλλουν εις τον τρόπον της υπάρξεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος. Ο τρόπος υπάρξεως εκάστης υποστάσεως του Θεού προηγείται ως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι πηγή των ενεργειών, αλλ' ουδέποτε δύναται ενέργειά τις να θεωρήται όχι μόνον αιτία αλλ' ουδέ καν συναιτία της υπάρξεως του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. Το γεννάν ως και το εκπορεύειν απλούστατα δεν είναι ενέργειαι.
Έχοντες υπ' όψιν ταύτα ως και την υπό του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων ταύτισιν ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ και τον κατά συνέπειαν ισχυρισμόν αυτών ότι ο Υιός γεννάται δια της γνώσεως του Πατρός και ότι το Πνεύμα εκπορεύεται δια της βουλήσεως του Πατρός και του Υιού, ας προσέξωμεν εις την ανωτέρω εμμονήν των Πατέρων ότι το γεννάν είναι της ουσίας του Θεού, ενώ της ενεργείας του Θεού είναι το γινώσκειν, το βούλεσθαι, το κτίζειν, το προγινώσκειν, το προνοείν, το πέμπειν, το πέμπεσθαι, κ.τ.λ. Της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος ούτε προηγείται, ούτε υπέρκειται καμμία ενέργεια αλλά μόνον το φύσει γεννάν και εκπορεύειν του Πατρός.
Επί των τοιούτων ο Μέγας Αθανάσιος γράφει και τα εξής, "ουκούν ει τα ποιήματα βουλήσει και ευδοκία υπέστη, και η κτίσις πάσα θελήματι γέγονεν ... Πάντα δε δια του Λόγου γέγονεν, εκτός εστιν ούτος των βουλήσει γεγονότων, και μάλλον αυτός εστιν η ζώσα βουλή του Πατρός, εν ή ταύτα πάντα γέγονεν, ... Πώς ουν δύναται βουλή και θέλημα Πατρός υπάρχων ο Λόγος γίνεσθαι και αυτός θελήματι και βουλήσει, ως έκαστος, ει μή, καθά προείπον, μανέντες πάλιν είπωσιν αυτόν δι' εαυτού γεγονέναι, ή δι' ετέρου τινός; Τις ουν εστι, δι' ου γέγονε; ... Ή πώς ου βλάσφημον λέγειν βούλησιν προ του Λόγου είναι εν τω Πατρί; ... Ως δε εν τοις έμπροσθεν ειρήκαμεν, ει ούτως εστί, πώς ο μεν Κύριος, τα δε δούλα; Πάντων δε Κύριος τυγχάνει ούτος, ότι τη του Πατρός κυριότητι ήνωται, και πάντως η κτίσις δούλη, επεί εκτός της του Πατρός ενότητος εστι, και ουκ ούσά ποτε γέγονε. Έδει δε αυτούς, λέγοντας βουλήσει τον Υιόν, ειπείν, ότι και φρονήσει γέγονε, ταυτόν γαρ ηγούμαι φρόνησιν και βούλησιν είναι ... Αλλ' οι ασεβείς ου θέλουσι μεν Λόγον και βουλήν ζώσαν είναι τον Υιόν, περί δε τον Θεόν φρόνησιν και βουλήν και σοφίαν ως έξιν συμβαίνουσαν και αποσυμβαίνουσαν ανθρωπίνως γίνεσθαι μυθολογούσι, και πάντα κινούσι, και την Ουαλεντίνου έννοιαν και θέλησιν προβάλλονται, ίνα μόνον διαστήσωσι τον Υιόν του Πατρός, και μη είπωσιν ίδιον αυτόν του Πατρός είναι Λόγον, αλλά κτίσμα".48
Εκ των ανωτέρω φαίνεται σαφώς ότι εν τω Θεώ υπάρχει 1) Ο ενεργών, 2) η ενέργεια, και 3) τα ενεργηθέντα. 1) Οι ενεργούντες είναι ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα. 2) Η ενέργεια Αυτών είναι μία και κατά πάντα ταυτόν και άκτιστος εκ του Πατρός, δια του Υιού, εν Αγίω Πνεύματι, και 3) το ενεργηθέν είναι το κτίσμα. Εν τω Θεώ ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν με την ιδίαν αγάπην με την οποίαν ο Υιός αγαπά τον Πατέρα. Δεν υπάρχει μία αγάπη του Πατρός και άλλη του Υιού, "καί γαρ ο Υιός τη θελήσει ή θέλεται παρά του Πατρός, ταύτη και αυτός αγαπά, και θέλει, και τιμά τον Πατέρα", όπως είδαμεν τον Μέγαν Αθανάσιον γράφοντα.49 Δια τον λόγον αυτόν δεν υπάρχει εν τη Αγία Τριάδι ο θέλων και το θεληθέν, ο αγαπών και το αγαπηθέν, ο γινώσκων και το γινωσκόμενον, ο ενεργών και το ενεργηθέν, δηλαδή δεν υπάρχει υποκείμενον και αντικείμενον των ενεργειών του Θεού εν τω Θεώ. Ο Μέγας Βασίλειος γράφει ότι "η ενέργεια ούτε ο ενεργών εστιν ούτε το ενεργηθέν".50
Ο Γρηγόριος ο Θεολόγος αναπτύσσει τα εν λόγω θέματα ως εξής, "αλλ' έτερον οίμαι, θέλων εστί και θέλησις, γεννών και γέννησις, λέγων και λόγος, ει μη μεθύομεν, τα μεν ο κινούμενος, τα δε οίον η κίνησις. Ουκούν θελήσεως, το θεληθέν, ουδέ γαρ έπεται πάντως, ουδέ το γεννηθέν, γεννήσεως, ουδέ το ακουσθέν, εκφωνήσεως, αλλά του θέλοντος, και του γεννώντος, και του λέγοντος. Τα του Θεού δε και υπέρ ταύτα πάντα, ω γέννησίς εστιν ίσως η του γεννάν θέλησις, αλλ' ουδέν μέσον, εί γε και τούτο δεξώμεθα όλως, αλλά μη και θελήσεως κρείττων η γέννησις. Βούλει τι προσπαίξω και τον Πατέρα; Παρά σού γαρ έχω τα τοιαύτα τολμάν, θέλων Θεός ο Πατήρ, ή μη θέλων. Και όπως αποφεύξη το σόν περιδέξιον. Ει μεν δη θέλων, πότε του θέλειν ηργμένος; Ου γαρ πριν είναι, ουδέ γαρ ήν τι πρότερον. Ή το μεν αυτού θελήσαν, το δε θεληθέν; Μεριστός ούν".51
Είναι σαφές εκ των ανωτέρω ότι αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος δεν ενεργούν προς αλλήλας με διακεκριμένας ενεργείας αλλά με την αυτήν ενέργειαν. Ακριβώς ως ο Πατήρ γνωρίζει αγαπά και θέλει τον Υιόν, με την αυτήν γνώσιν, αγάπην και θέλησιν ο Υιός γνωρίζει, αγαπά και θέλει τον Πατέρα και με τας αυτάς ακριβώς ενεργείας ο Παράκλητος τον Πατέρα και τον Υιόν και ο Πατήρ και ο Υιός τον Παράκλητον. Έκαστον πρόσωπον είναι φύσει πηγή της θείας ουσίας και των ακτίστων ενεργειών τας οποίας ο Υιός και το Πνεύμα έχουν εκ του Πατρός. Πάντα όσα έχει ο Πατήρ έδωσεν εις τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα, ίνα τα έχουν ουχί κατά χάριν, ως επρεύσβευον οι Αρειανοί και οι Πνευματομάχοι αλλά κατά φύσιν. Τα μόνα τα οποία δεν είναι κοινά εις τας τρεις υποστάσεις είναι τα υποστατικά ιδιώματα, ο Πατήρ, ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, το αγέννητον, το γεννητόν και το εκπορευτόν, η αγεννησία, το γεννάσθαι και το εκπορεύεσθαι, το αναίτιον, το αιτιατόν δια του γεννάσθαι και το αιτιατόν δια του εκπορεύεσθαι. Αυταί αι υποστατικαί ιδιότητες λέγονται και τρόποι υπάρξεως και όχι μόνον δεν είναι ενέργειαι του Θεού αλλά υπέρκεινται των ενεργειών, ως είδαμεν σαφώς να τονίζουν οι αναφερθέντες Πατέρες.52
Πάντες οι Πατέρες διδάσκουν ότι το κτίζειν, θέλειν, ενεργείν κ.τ.λ. είναι της ενεργείας του Θεού, ενώ το γεννάν τον Υιόν και εκπορεύειν το Πνεύμα είναι της ουσίας ή της υποστάσεως του Πατρός.53
Ούτως η διδασκαλία ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιόν δια του τρόπου της γνώσεως είναι ανόητος βλασφημία, διότι εις την πατερικήν γλώσσαν σημαίνει ότι και ο Υιός γεννά τον Πατέρα, εφόσον η γνώσις του Πατρός και του Υιού είναι μία και ταυτόν. Όχι μόνον αυτό αλλά και το Πνεύμα τότε γεννά τον Πατέρα, εφόσον και Αυτός έχει την ιδίαν ακριβώς γνώσιν. Το ίδιον ισχύει και δια την εκπόρευσιν του Αγίου Πνεύματος. Εάν τούτο γίνεται δια του τρόπου της βουλήσεως με αιτίαν την γνώσιν του Πατρός προς Εαυτόν, ήτις γεννά ή είναι ο Υιός, τότε εις την πατερικήν γλώσσαν τούτο σημαίνει ότι όχι μόνον ο Πατήρ και ο Υιός εκπορεύουν το Πνεύμα, αλλά και το Πνεύμα εκπορεύει τον Πατέρα και τον Υιόν. Ταύτα βεβαίως εάν η γνώσις και η βούλησις είναι τρόποι υπάρξεως. Εάν είναι ενέργειαι τότε ή το γνωσθέν και το βουληθέν είναι κτίσματα ή ο Υιός και το Πνεύμα είναι απλώς ονόματα και ενέργειαι του Πατρός, όπως και είναι εις την αυγουστίνειον και φραγκολατινικήν θεολογίαν, όπως θα ίδωμεν.54 Η μόνη άλλη, εξήγησις θα ήτο ότι ο Υιός και το Πνεύμα έλαβον από τον Πατέρα ελαττωματικήν γνώσιν, αγάπην και βούλησιν, ώστε αι ενέργειαι αυτών να μη ενεργούν την γέννησιν και την εκπόρευσιν του Πατρός εκ του Υιού και εκ του Αγίου Πνεύματος.
Είναι σαφές ότι ενώ οι Ορθόδοξοι και οι Αρειανοί εθεολόγουν βάσει της συγκεκριμένης πραγματικότητος της προς τους προφήτας και αποστόλους αποκαλύψεως του Λόγου δια των θεοφανειών εις την Παλαιάν και την Καινήν Διαθήκην, ο Αυγουστίνος κατήργησε τας εμφανίσεις ταύτας του Λόγου και εθεολόγησε φιλοσοφικώς και στοχαστικώς περί αφηρημένου (τού νοός) Θεού κατά τρόπον ξένον προς την πατερικήν παράδοσιν. Ούτος και οι Φραγκολατίνοι εδέχθησαν τύποις τα δόγματα των Πατέρων, χωρίς όμως να εννοήσουν τας προϋποθέσεις των δογμάτων τούτων και ούτω συνέταξαν ξένα προς τας Οικουμενικάς Συνόδους θεολογικά πλαίσια εντός των οποίων ηρμήνευον όλως εσφαλμένως τας αποφάσεις αυτών.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας επέμενον εναντίον των αιρετικών ότι ο Πατήρ και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα έχουν πάντα τα άκτιστα κοινά εκτός από την ιδιότητα εκάστης υποστάσεως. Η διαφοροποίησις των τριών προσώπων συνίσταται εις τον τρόπον υπάρξεως αυτών, ουδόλως εις την ουσίαν και εις τας ενεργείας αυτών, αι οποίαι άνευ ουδεμιάς ελαττώσεως ή αλλοιώσεως ή παραλλαγής υπάρχουν αιωνίως και αϊδίως εκ του Πατρός δια του Υιού εν Πνεύματι Αγίω, αλλ' ουδόλως έχουν ύπαρξιν δια του Υιού εν Πνεύματι. Δηλαδή ο Πατήρ είναι η αιτία της υπάρξεως των υποστάσεων του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, αλλά ουχί της ουσίας και των ενεργειών αυτών τας οποίας κοινωνεί αυταίς άνευ ενδιαμέσου τινός μεταξύ του γεννάν και του γεννάσθαι και του εκπορεύειν και εκπορεύεσθαι.
Εις το θεολογικόν σύστημα του Αυγουστίνου και των Φραγκολατίνων η διαφοροποίησις των προσώπων της Αγίας Τριάδος δεν συνίσταται μόνον εις την ιδιότητα εκάστης υποστάσεως, αλλά κυρίως εις τας προς εαυτόν ενεργείας του Θεού, αι οποίαι είναι αυτά ταύτα τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.55 Αντί ο Λόγος να είναι η απαράλλακτος Εικών του Πατρός αποκαλύπτων εν Εαυτώ τον Πατέρα, η λογική φύσις του ανθρώπου είναι εικών επαρκής προς εικόνισιν και γνώσιν της Αγίας Τριάδος.56 Δηλαδή ενώ οι Πατέρες πρεσβεύουν μετά των προφητών ότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ του ακτίστου και του κτιστού δια την αυγουστίνειον παράδοσιν υπάρχει τοιαύτη ομοιότης, ώστε δύναταί τις να ερευνήση και την ουσίαν ακόμη του Θεού δια των κτισμάτων, κυρίως μέσω της ανθρωπίνης ψυχής η οποία είναι και εικών του Θεού.57
Σημειωθήτω ότι όλοι οι Πατέρες πιστεύουν βεβαίως ότι ο άνθρωπος είναι εικών του Θεού, αλλά τονίζουν ότι είναι εικών κατά χάριν και ουχί φύσει, διότι ουδεμία ομοιότης υπάρχει μεταξύ της κτιστής ανθρωπίνης φύσεως και του ακτίστου. Εναντίον των Αρειανών ετόνιζον ότι ο Λόγος είναι όμοιος και μόνη Εικών του Πατρός. Ούτως ο Μέγας Αθανάσιος γράφει, "πώς ούν, τούτων ούτως όντων, μόνον ούτος Υιός μονογενής και Λόγος και Σοφία εστί; Ή πώς, τοσούτων όντων ομοίων τω Πατρί, μόνος ούτος εικών εστι; Και γαρ και εν ανθρώποις ευρεθήσονται πολλοί όμοιοι τω Πατρί, πλείστοι μεν μάρτυρες γενόμενοι, και προ αυτών οι απόστολοι και οι προφήται, και πάλιν προ τούτων οι πατριάρχαι, πολλοί τε και νυν εφύλαξαν την του Σωτήρος εντολήν, γενόμενοι οικτίρμονες, ως ο Πατήρ ο εν τοις ουρανοίς,58 και τηρήσαντες τό, γίνεσθε ουν μιμηταί του Θεού, ως τέκνα αγαπητά,59 και περιπατείτε εν αγάπη, καθώς και ο Χριστός ηγάπησεν ημάς, μιμηταί δε γεγόνασι και του Παύλου πολλοί, ως κακείνος του Χριστού.60 Και όμως ουδείς τούτων ούτε Λόγος, ούτε Σοφία, ούτε μονογενής Υιός, ούτε εικών εστιν, ούτε τις τούτων απετόλμησεν ειπείν, Εγώ και ο Πατήρ έν εσμέν,61 ή, Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί.62 Αλλά περί μεν πάντων είρηται. Τις όμοιός σοι εν Θεοίς, Κύριε;63 καί, Τις ομοιωθήσεται τω Κυρίω εν υιοίς Θεού; Περί δε αυτού, ότι μόνος εικών αληθινή και φύσει του Πατρός εστιν. Ει γαρ και κατ' εικόνα γεγόναμεν, και εικών και δόξα Θεού εχρηματίσαμεν, αλλά ου δι' εαυτού πάλιν, αλλά δια την ενοικήσασαν εν ημίν εικόνα και αληθή δόξαν του Θεού, ήτις εστίν ο Λόγος αυτού, ο δι' ημάς ύστερον γενόμενος σάρξ, ταύτην της κλήσεως έχομεν την χάριν".64

γ) Οι υπό της Β' Οικ. Συνόδου καταδικασθέντες Ευνομιανοί και Πνευνατομάχοι και τα εκ της κατ' αυτών διαμάχης δογματικά αξιώματα
Ίνα αποδειχθή το άκτιστον του εν τη δόξη του Θεού εμφανισθέντος εις τους προφήτας και τους αποστόλους Λόγου, Αγγέλου του Θεού εναντίον των Αρειανών, οι Πατέρες μετά μεγάλης προσοχής συνέλεξαν αδιακρίτως, όλα τα χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης τα αναφερόμενα εις τας ενεργείας του Πατρός και του Υιού, και εκ της συλλογής ταύτης απεδείχθη σαφώς ότι όλας τας ενεργείας του Θεού Πατρός έχει και ο Μονογενής Λόγος, ουχί χάριτι αλλά φύσει. Πάντα του Πατρός και του Υιού είναι κοινά εκτός από τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα.66
Επίσης μετά μεγάλης προσοχής συνέλεξαν όλα τα περί των ενεργειών του Λόγου εν σαρκί τα αναφερόμενα εις την εκ της Θεοτόκου ληφθείσαν κτιστήν φύσιν Αυτού και τα απέδωσαν ορθώς εις αυτήν και ούτως ανέτρεψαν την προσπάθειαν των Αρειανών να αποδείξουν το κτιστόν του Λόγου εκ των ανθρωπίνων ενεργειών Αυτού. Η βασική αρχή της μεθόδου ταύτης είναι ότι αι θείαι ενέργειαι είναι της θείας φύσεως φυσικαί, και αι ανθρώπιναι ενέργειαι είναι της ανθρωπίνης φύσεως φυσικαί, ώστε τα θεία ενεργεί ο Θεός και τα ανθρώπινα ο άνθρωπος. Μόνον εν τη ενσαρκώσει ο Λόγος ενεργεί φύσει θεία τα του Θεού και φύσει ανθρωπίνη τα των ανθρώπων. Αι θείαι ενέργειαι ανήκουν φύσει εις τον άκτιστον Θεόν μόνον. Αι δε ανθρώπιναι ενέργειαι ανήκουν εις την κτιστήν φύσιν μόνον. Αλλά εν τω ενσαρκωθέντι Λόγω μόνον ενούται ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως η θεία φύσις και η ανθρωπίνη φύσις και αι φυσικαί ιδιότητες εκάστης φύσεως φυσικώς.67
Όπως είδαμεν, μεταξύ Αρειανών και Ορθοδόξων υπήρχε συμφωνία περί της υπάρξεως των υποστάσεων της Αγίας Τριάδος ως και των ιδιοτήτων αυτών, αλλά ουχί βεβαίως εις την απόδοσιν των ιδιοτήτων, είτε εις την ουσίαν, είτε εις την ενέργειαν. Οι Αρειανοί ισχυρίζοντο ότι το γεννάν του Πατρός και το γεννάσθαι του Λόγου σημαίνουν ενεργείν και ενεργηθέν και άρα άκτιστος ο ενεργών ή γεννών και κτιστός ο ενεργηθείς ή γεννηθείς. Εναντίον των Αρειανών οι Πατέρες επέμενον ότι το γεννάν, αν και ουχί αβούλητος, είναι της υπερβαινούσης τα κατηγορήματα της ανάγκης και βουλήσεως ουσίας του Θεού, όπως είδαμεν.68
Ούτως οι Πατέρες έπληξαν σπουδαίως τους Αρειανούς δια της αποφατικής αυτών θεολογικής παραδόσεως και μεταξύ άλλων επιχειρημάτων εχρησιμοποίησαν και την αποφατικήν θεολογίαν των Αρειανών. Δηλαδή οι Αρειανοί συνεφώνουν ουσιαστικώς ότι μόνον ο Θεός γνωρίζει την Εαυτού ουσίαν και ίνα αποδείξουν ότι ο Λόγος είναι κτίσμα εδίδασκον ότι ούτος δεν γνωρίζει ούτε την ουσίαν του Πατρός Αυτού, ούτε την ιδικήν Του.
Οι Ορθόδοξοι ευκόλως ανέτρεψαν τα τοιαύτα με την διδασκαλίαν του Κυρίου ότι μόνον ο Πατήρ γνωρίζει τον Υιόν και μόνον ο Υιός γνωρίζει τον Πατέρα.69
Υπήρχον πολλοί επίσκοποι οι οποίοι ετάχθησαν αδιστάκτως εναντίων των Αρειανών, αλλά εφοβούντο το ομοούσιον του Μεγάλου Αθανασίου και της Α' Οικ. Συνόδου. Τούτο διότι ο Παύλος ο Σαμοσατεύς ισχυρίσθη ότι ο Λόγος είναι ομοούσιος τω Πατρί υπό την έννοιαν ότι είναι μαζί με τον Πατέρα μία ουσία και υπόστασις. Φαίνεται σαφώς ότι δι' αυτόν ομοούσιος σημαίνει ταυτούσιος και ταυτυπόστατος.70
Εκτός τούτου οι εν λόγω επίσκοποι ενόμιζον ότι ήτο αρκετόν προς ανατροπήν του Αρειανισμού να λέγηται ότι ο Λόγος είναι απαράλλακτος Εικών του Αρχετύπου Πατρός και όμοιος Αυτώ κατά πάντα, ότι γεννάται φύσει και ουχί βουλήσει του Πατρός, εκ της ουσίας Αυτού, ότι γνωρίζει την ουσίαν Αυτού, ότι δεν είναι εκ του μηδενός, και ότι έχει όλας τας ενεργείας του Πατρός. Εξ αυτών πολλοί υπεστήριξαν αντί το ομοούσιος τω Πατρί του Αθανασίου, το ομοιούσιος τω Πατρί. Δηλαδή ούτοι επίστευον ότι εφόσον η ουσία (δηλ. υπόστασις) του Λόγου είναι ομοία κατά πάντα με την ουσίαν (δηλ. υπόστασιν) του Πατρός τούτο σημαίνει σαφώς ότι ο Λόγος είναι φύσει Θεός και ουχί κτίσμα εκ του μηδενός, απλούστατα διότι μεταξύ Θεού και κτισμάτων ουδεμία ομοιότης υπάρχει.71
Επειδή όμως οι Αρειανοί ήσαν διατεθιμένοι να δεχθούν το "ομοιούσιος", άνευ όμως το "γεννάσθαι εκ της ουσίας του Πατρός", εδημιουργήθησαν τοιαύτα θεολογικά προβλήματα δι' αυτούς, ώστε τελικώς με τας περί ομοουσίου διασαφήσεις των Καππαδοκών Πατέρων τινές εξ αυτών εδέχθησαν το ομοούσιον, άλλοι δε την διδασκαλίαν του Μακεδονίου.72
Περί των Ομοιουσιανών ο Μέγας Αθανάσιος παρατηρεί, "πρός δε τους αποδεχομένους τα μεν άλλα πάντα των εν Νικαία γραφέντων, περί δε μόνον το ομοούσιον αμφιβάλλοντας, χρή μη ως προς εχθρούς διακείσθαι, και γαρ και ημείς ουχ ως προς Αρειομανίτας, ουδ' ως μαχομένους προς τους Πατέρας ενιστάμεθα, αλλ' ως αδελφοί προς αδελφούς διαλεγόμεθα, την αυτήν μεν ημίν διάνοιαν έχοντας, περί δε το όνομα μόνον διστάζοντας. Και γαρ ομολογούντες εκ της ουσίας του Πατρός είναι, και μη εξ ετέρας υποστάσεως τον Υιόν, κτίσμα τε μη είναι, μηδέ ποίημα Αυτόν, αλλά γνήσιον και φύσει γέννημα αϊδίως τε αυτόν συνείναι τω Πατρί Λόγον όντα και Σοφίαν, ου μακράν εισιν αποδέξασθαι και την του ομοουσίου λέξιν. Τοιούτος δε εστι Βασίλειος ο από Αγκύρας, γράψας περί πίστεως. Το μεν γαρ όμοιον μόνον λέγειν κατ' ουσίαν ου πάντως σημαίνει και το εκ της ουσίας, εξ ου μάλλον, ως και αυτοί ειρήκασι, σημαίνεται το γνήσιον του Υιού προς τον Πατέρα ... Επειδή δε και εκ της ουσίας και ομοιούσιον αυτόν ειρήκασι, τί έτερον σημαίνουσιν εκ τούτων ή το ομοούσιον;"73 Μεταξύ των Ομοιουσιανών ήσαν κατ' αρχήν Πατέρες ως ο Μελέτιος Αντιοχείας και ο Κύριλλος Ιεροσολύμων.74

Ι. Οι Ευνομιανοί
Ευρεθέντες τινές των Αρειανών υπό την πίεσιν της επιτυχίας των κατ' αυτών επιχειρημάτων των Πατέρων εγκατέλειψαν ωρισμένα έναντι των Πατέρων αδύνατα σημεία της διδασκαλίας του Αρείου, και υιοθέτησαν τινάς νέας προϋποθέσεις, ίνα στηρίξουν επιτυχέστερα την περί του κτιστού Λόγου μανίαν των. Με επί κεφαλής τον Αέτιον και τον Ευνόμιον ούτοι 1) εταύτισαν ουσίαν και ενέργειαν εν τω Θεώ, 2) επρέσβευσαν ότι όχι μόνον ο Λόγος αλλά και ο άνθρωπος γνωρίζει την ουσίαν του Θεού, διότι ο Θεός απεκάλυψε την ουσίαν Αυτού και τα ονόματα αυτής ως και τα ονόματα της ουσίας του Λόγου.75 Κατά τα άλλα η διδασκαλία των Ευνομιανών παραμένει αυτή των Αρειανών.
Ήδη είδομεν την εις τους Ευνομιανούς υπό των Πατέρων δοθείσαν απάντησιν περί της αποκαλύψεως των υπό του Θεού δήθεν κτισθέντων ονομάτων της θείας ουσίας και άλλων ουσιών.76
Οι δυτικοί ιστορικοί των δογμάτων ασχολούνται με τας εν λόγω αιρέσεις χωρίς να βλέπουν εις τα κείμενα τα οποία εξετάζουν, ότι οι Πατέρες και οι Αρειανοί ομού διακρίνουν μεταξύ ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ. Μάλιστα ο καθηγητής της Οξφόρδης J.N.D.KELLY ισχυρίζεται ότι οι Ευνομιανοί διέκρινον μεταξύ ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ και εις το σημείον αυτό, ως γράφει, διαφέρουν από τους Αρειανούς.77 Όπως ήδη είδαμεν συμβαίνει ακριβώς το αντίθετον. Το πρόβλημα των τοιούτων Δυτικών είναι ότι ως πνευματικοί απόγονοι των Φραγκολατίνων πιστεύουν ότι η ταύτισις ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ είναι η παραδεδομένη και αναμφισβήτητος διδασκαλία της γνησίας χριστιανικής παραδόσεως. Όταν δε ούτοι και δυστυχώς τινές των Ορθοδόξων ακούουν περί διακρίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ περί αμεθέκτου ουσίας και μεθεκτής θείας δόξης, και περί φανερώσεως του ακτίστου φωτός της θεότητος τοις θεουμένοις, φαντάζονται ταύτα ως μετά το σχίσμα κατασκευάσματα των δήθεν πεπτωκότων εις πλάνην "Γραικών".78 Η πεποίθησις των Φράγκων ότι μέσω του Αυγουστίνου γνωρίζουν καλύτερα ή ακριβέστερα τα δόγματα των Οικουμενικών Συνόδων από τους ελληνόφωνας Ρωμαίους, δηλαδή από τον Ιωάννην τον Δαμασκηνόν, τον Μέγαν Φώτιον, τον Γρηγόριον τον Παλαμά, κ.τ.λ. εξακολουθεί να υπάρχη μεταξύ των Δυτικών μέχρι σήμερον, αν και υπό επιστημονικωτέραν μορφήν.
Το παράδοξον είναι ότι υπάρχει μία σπουδαιοτάτη ομοιότης μεταξύ Φραγκολατίνων και Ευνομιανών. Ταυτίζοντες και οι δύο την άκτιστον ουσίαν και άκτιστον ενέργειαν και μη παραδεχόμενοι την διάκρισιν μεταξύ του ενεργούντος Θεού και της ακτίστου ενεργείας Αυτού, ηναγκάσθησαν να εκλάβουν την εν τοις κτίσμασι ενέργειαν του Θεού ως κτιστήν, ίνα εξηγήσουν ή δικαιολογήσουν την περί εκ του μηδενός δημιουργίαν του κόσμου.79
Ακριβώς εις το σημείον αυτό υπάρχει σπουδαία διαφορά μεταξύ Αρειανών και Ευνομιανών. Όπως είδαμεν, οι Αρειανοί διεφύλαττον την πραγματικήν προς τον κόσμον σχέσιν του Θεού δια της διακρίσεως ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ. Αντιθέτως οι Ευνομιανοί ηναγκάσθησαν να παρεμβάλλουν μεταξύ της ουσίας του Θεού και των κτισμάτων κτιστάς ενεργείας ως αποτελεσματικάς των κτιστών ουσιών. Δια τους Αρειανούς ο Λόγος έχει την εκ του μηδενός ύπαρξιν τη ακτίστω βουλήσει του Θεού μηδενός κτίσματος μεσολαβούντος. Δια τους Ευνομιανούς, όμως, ο Λόγος είναι κτίσμα της ακολουθούσης τον Θεόν κτιστής ενεργείας, ήτις ως αποτελεσματική του Λόγου περιβάλλει Αυτόν.80 Το ίδιον ακριβώς συμβαίνει με το Άγιον Πνεύμα, το οποίον κτίζεται υπό της ακολουθούσης τον Λόγον άλλης κτιστής ενεργείας, ήτις ως αποτελεσματική Αυτού περιβάλλει Αυτό.81
Κατά τον τρόπον αυτόν απέφευγον οι Ευνομιανοί τα υπό των Ορθοδόξων αντιμετωπισθέντα προβλήματα των Αρειανών περί χάριτι ή φύσει μεταδόσεως των ακτίστων ενεργειών του Θεού εις τον Λόγον. Ο Θεός κατά τον Ευνόμιον δεν έδωσε την άκτιστον δόξαν Αυτού, δηλαδή την ουσίαν Αυτού εις τον Λόγον.82 Το μόνον άκτιστον δια τους Ευνομιανούς αλλά και δια τους Φραγκολατίνους είναι η θεία ουσία. Ούτω κατά τους Ευνομιανούς ο Λόγος ουδόλως μετέχει όχι μόνον της θείας ουσίας αλλ' ούτε της ακτίστου ενεργείας. Μετέχει μόνον της ακολουθούσης την απλήν θείαν φύσιν κτιστής ενεργείας του Θεού.
Προφανώς προσεπάθουν οι Ευνομιανοί δια των τοιούτων επιχειρημάτων να ανατρέψουν τα εκ της κατά πάντα ταυτότητος των ενεργειών της Αγίας Τριάδος επιχειρήματα των Ορθοδόξων περί του ομοουσίου του Λόγου και του Πνεύματος τω Πατρί. Προσέθεσαν μάλιστα εις την πανοπλίαν ταύτην και το παράδοξον επιχείρημα ότι δι' έκαστον γένος ή είδος ή ομάδα ομοιοτήτων πρέπει να υπάρχη και μία ανάλογος κτιστή ενέργεια, ήτις κτίζει και συντηρεί ταύτα όπως ακριβώς εις την περίπτωσιν του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. Απόδειξις δια τους Ευνομιανούς ότι υπάρχουν κλιμακώσεις ενεργειών αποτελεστικών των όντων είναι η ύπαρξις κλίμακος ανωτέρων και κατωτέρων όντων. Εάν υπήρχε μία ενέργεια θα υπήρχεν έν μόνον είδος των όντων κατά τον Ευνόμιον.83
Η διδασκαλία αύτη είναι σαφώς αποτέλεσμα της ταυτίσεως ουσίας και ενεργείας εν τω Θεώ, καθ' ήν ο Θεός αποφεύγει την τροπήν της φύσεώς Του ως και την κατ' ανάγκην σχέσιν με τα εκτός Αυτού όντα, μέσω κτιστών απορρεουσών εξ αυτού κατωτέρων ενεργειών δι' ών κτίζει, προνοεί, σώζει, αγιάζει, τελοιοί, κ.τ.λ. Αντιστοιχεί με τα ακίνητα κινούντα του Αριστοτέλους και τα μεθεκτά των Νεοπλατωνικών. Προφανώς είναι και αντίθεσις εις την διδασκαλίαν των Πατέρων, ότι απλή είναι η δύναμις και ενέργεια του Θεού, Όστις εν αυτή μερίζεται αμερίστως εν μεριστοίς και Όστις εν εκάστη ενεργεία είναι παρών Όλος εκάστω όντι και ταυτοχρόνως πανταχού παρών βουλήσει και τη ουσία απών τοις πάσι, εν Χριστώ δε παρών φύσει κατά την υποστατικήν ένωσιν.84
Αντιθέτως προς τους Αριστοτελικούς, Πλατωνικούς, και Ευνομιανούς οι Πατέρες διδάσκουν ότι η μεριζομένη αμερίστως άκτιστος αυτή δύναμις και ενέργεια είναι της θείας ουσίας φυσική, ουδέποτε χωρίζεται απ' αυτής, ουδέποτε εν τη εκφαντορική προόδω αυτής πάσχει τροπήν, αλλοίωσιν, ελάττωσιν, ή γίνεται κτιστή, και ουδέποτε νοητή ότε υπερνοητώς νοείται, ουδέποτε αισθητή ότε υπεραισθητώς αισθάνεται, και ουδέποτε υλική ότε αΰλως υλοποιείται, και ουδέποτε ορατή ότε αοράτως οράται.85
Ενώ οι Αρειανοί παρενέβαλον μεταξύ του Θεού και του Λόγου την άκτιστον ενέργειαν και βούλησιν του Πατρός, με αποτέλεσμα ο Λόγος να θεωρήται υπ' αυτών το ενεργηθέν και βουληθέν κτίσμα, οι Ευνομιανοί παρενέβαλον κτιστήν ενέργειαν μεταξύ Πατρός και Λόγου και άλλην κτιστήν ενέργειαν μεταξύ Λόγου και Πνεύματος.
Εναντίον των Ευνομιανών οι Πατέρες επαναλαμβάνουν τα ίδια επιχειρήματα, τα οποία εξεσφενδόνισαν εναντίον των Αρειανών, ότι δηλαδή μεταξύ των προσώπων της Αγίας Τριάδος δεν υπάρχει καμμία ενέργεια διαστηματική αλλ' εν Θεώ υπάρχει η αυτή ενέργεια ήτις ως πηγήν έχει την τρισυπόστατον θεότητα. Καμμία ενέργεια δεν προηγείται της υπάρξεως του Λόγου και του Αγίου Πνεύματος. "Αρκεί κατά μόνον τον της αιτίας λόγον προεπινοείν του Υιού τον Πατέρα, και μη κεχωρισμένην, και ιδιάζουσάν ποτε του Πατρός την ζωήν, προ της του Υιού γεννήσεως, ίνα μη συνεισέλθη τη υπολήψει ταύτη διαστηματικόν τι νόημα προ της του Υιού αποδείξεως, τη ζωή του γεγενηκότος παραμετρούμενον", γράφει ο Νύσσης.86
Ο Ευνόμιος εδίδασκε μάλιστα ότι "Υιός γαρ εστι εικών και σφραγίς της του Παντοκράτορος ενεργείας".87 Εις ταύτα ο Γρηγόριος Νύσσης επικαλούμενος το Ιωαν. 1,1 και το Εβρ. 4,2 μεταξύ άλλων απαντά τα εξής, "τί μετά τούτους λέγει ο εγγαστρίμυθος; Σφραγίς, φησί, της ενεργείας του Παντοκράτορος, τρίτον αυτόν μετά τον Πατέρα ποιεί, τη ανυπάρκτω εκείνη ενεργεία μεσιτευόμενον, μάλλον δε προς το δοκούν τη ανυπαρξία τυπούμενον. Ενεργείας εστί σφραγίς ο εν αρχή ών, Λόγος Θεός, και τη αϊδιότητι της αρχής των όντων ενθεωρούμενος, ο Μονογενής Θεός ... Και μην αυτό τούτο διερμηνεύων φησίν ο Παύλος, ότι χαρακτήρ εστιν ου της ενεργείας, αλλά της υποστάσεως,88 ή το της δόξης απαύγασμα σφραγίς εστιν ενεργείας Θεού. Ω της ασεβούς αμαθίας, τι μέσον εστι του Θεού και της αϊδίου μορφής; Τίνι δε μεσιτεύεται προς τον χαρακτήρα εαυτής η υπόστασις;"89
Ίνα αποδείξη το κτιστόν του Λόγου ο Ευνόμιος εταύτισεν όχι μόνον ουσίαν και ενέργειαν εν τω Θεώ αλλά και υπόστασιν και ουσίαν.90 Προηγουμένως οι όροι ουσία και υπόστασις φαίνεται ήσαν ταυτόν και εχρησιμοποιούντο αδιακρίτως. Πιθανόν ούτω χρησιμοποιούνται εις το Σύμβολον της Νικαίας, "ή εξ ετέρας υποστάσεως ή ουσίας φάσκοντες είναι".91
Ο Μέγας Βασίλειος είναι πεπεισμένος ότι το Σύμβολον της Νικαίας και οι Πατέρες της Συνόδου ταύτης διέκρινον μεταξύ των δύο ονομάτων.92 Ο Μέγας Αθανάσιος εις ωρισμένα μέρη των συγγραμμάτων αυτού φαίνεται ότι ταυτίζει ταύτα ως ονόματα και εις άλλα φαίνεται ότι τα διακρίνει.92 Πάντως ως πρόεδρος της εν Αλεξανδρεία Συνόδου του 362 εδέχθη ως επιτρεπτήν και χρήσιμον την διάκρισιν ταύτην, εναντίον των αιρετικών.93 Μετά το 362 η διάκρισις επεκράτησεν ως εκφράζουσα σαφώς την παραδεδομένην πίστιν. Ο Αυγουστίνος ομολογεί ότι αγνοεί τον λόγον της διακρίσεως.94
Πάντως με το να πρεσβεύη ότι το αγέννητον του Πατρός είναι όνομα της ουσίας του Θεού, ο Ευνόμιος ενόμιζεν ότι τοιουτοτρόπως αποδεικνύεται ότι το γεννητόν, είναι τω Πατρί ούτε ομοούσιον, ούτε ομοιούσιον αλλά αντιθέτως ανόμοιον και ετερούσιον αγέννητος Θεός και γεννητός Υιός δεν δύνανται να ορίζουν την αυτήν ουσίαν.95
Εναντίον των τοιούτων ισχυρισμών οι Πατέρες ενέμενον εις την αγιογραφικήν παράδοσιν των θεουμένων ότι η θεία ουσία είναι ανώνυμος και παντελώς άγνωστος και αμέθεκτος. Τα ονόματα αγέννητος και γεννητός δεν σημαίνουν ουσίαν.96
Όπως είδαμεν ο Ευνόμιος εδίδασκεν ότι ο Θεός απεκάλυψε τα ονόματα των όντων ως και τα ονόματα της ουσίας Αυτού. Επομένως ισχυρίζετο "μή κατ' επίνοιαν ανθρωπίνην σεμνύνειν τον Θεόν τη του αγεννήτου προσηγορία, εκτιννύναι δε αυτώ το πάντων αναγκαιότατον όφλημα, εν τη του είναι ό εστιν ομολογία. Αλλά μην ουδέ κατά στέρησιν εί γε των κατά φύσιν αι στερήσεις, εισί στερήσεις και των έξεων δεύτεραι. Ουκούν, ει μήτε κατ' επίνοιαν, μήτε κατά στέρησιν, μήτε εν μέρει (αμερής γάρ), μήτε εν αυτώ ως έτερον (απλούς γάρ), μήτε παρ' αυτόν έτερον (είς γαρ και μόνος αγέννητος), αυτό αν είη ουσία αγέννητος. Αγέννητος δε ών κατά την προλαβούσαν απόδειξιν, ουκ αν ποτε πρόσοιτο γέννησιν, ώστε της ιδίας μεταδούναι τω γενομένω φύσεως, εκφύγοι τε αν πάσαν σύγκρισιν και κοινωνίαν την προς το γεννητόν".97
Εις τα τοιαύτα ο Μέγας Βασίλειος μεταξύ άλλων απαντά, "έν μεν ουδέν εστιν όνομα ό πάσαν εξαρκεί την του Θεού φύσιν περιλαβόν, ικανώς εξαγγείλαι, πλείω δε και ποικίλα κατ' ιδίαν έκαστον σημασίαν, αμυδράν μεν παντελώς και μικροτάτην, ως προς το όλον, ημίν γε μην εξαρκούσαν την έννοιαν συναθροίζει. Εν τοίνυν τοις περί Θεού λεγομένοις ονόμασι, τα μεν των προσόντων τω Θεώ δηλωτικά εστι, τα δε το εναντίον, των μη προσόντων. Εκ δύο γαρ τούτων οιονεί χαρακτήρ τις ημίν εγγίνεται του Θεού, έκ τε της των απεμφαινόντων αρνήσεως και εκ της των υπαρχόντων ομολογίας. Οίον, όταν άφθαρτον ονομάζωμεν, δυνάμει λέγομεν εαυτοίς ή τοις ακούουσιν, ότι μη οίου φθορά τον Θεόν υποκείσθαι ...
Ούτω δη και όταν αγέννητον, ότι μηδεμιάς αιτίας μήτε αρχής εξήφθαι το είναι του Θεού νομίσης ... Πάλιν αγαθόν λέγομεν τον Θεόν, και δίκαιον, και δημιουργόν, και κριτήν, και άλλα όσα τοιαύτα. Ως ουν επ' εκείνων αθέτησίν τινα και απαγόρευσιν των αλλοτρίων του Θεού εσήμαινον αι φωναί, ούτως ενταύθα θέσιν και ύπαρξιν των οικείων τω Θεώ και πρεπόντως περί αυτόν θεωρουμένων αποσημαίνουσιν. Εκ τοίνυν εκατέρου του είδους των προσηγοριών διδασκόμεθα, ή περί των προσόντων, ότι πρόσεστιν, ή περί των μη προσόντων, ότι μη πρόσεστι. Το γε μην αγέννητον των μη προσόντων εστί σημαντικόν, δηλοί γαρ το μη προσείναι γέννησιν τω Θεώ. Τούτο δε είτε αφαιρετικόν, είτε απαγορευτικόν, ή αρνητικόν τι τοιούτον βούλοιτό τις προσαγορεύειν, ου διοισόμεθα. Ότι δε ου των υπαρχόντων τω Θεώ σημαντικόν εστι το αγέννητον, αρκούντως οίμαι δηλούσθαι τοις ειρημένοις. Η δε ουσία ουχ έν τι των μη προσόντων εστίν, αλλ' αυτό το είναι του Θεού, όπερ εν τοις μη ούσι καταριθμείν παρανοίας εστί της ανωτάτω ... τις γαρ ανάγκη, υπό έν των απηριθμημένων την αγεννησίαν πεσείν; Ου μην αλλ' επειδή αυτός ως αναγκαίως συνημμένον τοις προάγουσιν επιφέρει τό, ουκούν ει μήτε κατ' επίνοιαν, μήτε κατά στέρησιν, μήτε κατά άλλον τινά των απηριθμημένων τρόπον, αυτό αν είη ουσία αγέννητος, ούτως ημείς αντιστρέψαντες είπωμεν, ότι ουκούν επειδή κατ' επίνοιαν θεωρείται, και στερητικόν εστι το όνομα, ουχί ουσία του Θεού το αγέννητον".98
Κατ' αρχήν ο Ευνόμιος απέφευγε την χρήσιν του ονόματος Πατήρ εν συνδυασμώ με το αγέννητον, επειδή εμπεριέχει σαφώς την ιδέαν του Υιού, ώστε το αεί Πατήρ συνεπάγεται το αεί Υιός.99 Εις τα μεταγενέστερα συγγράμματά του όμως ο Ευνόμιος υιοθέτησε και το όνομα Πατήρ ως δηλωτικόν και αυτό της ουσίας. Ούτως ουσία δια τον Ευνόμιον είναι αγεννησία, πατρότης και ενέργεια, ώστε ο Μονογενής ως γεννητός, Υιός και το ενεργηθέν είναι ετερούσιος και ανόμοιος τω Πατρί.100
Περί τούτου ο Νύσσης γράφει, "πώς ταυτόν οίεται των δύο τούτων ονομάτων το σημαινόμενον, της δημιουργίας, λέγω, και της πατρότητος, ενέργειαν γαρ είναι τούτων εκάτερον επίσης ορίζεται, σαφώς ούτω διαγορεύων τω λόγω, ότι Άφθαρτος μεν ουκ ενεργεία εστιν, Πατήρ δε και δημιουργός εξ ενεργειών ονομάζεται. "Ει τοίνυν ταυτόν εστι Πατέρα τε και δημιουργόν αυτόν λέγεσθαι, τω την ενέργειαν αμφοτέρων αυτώ γίνεσθαι των ονομάτων αιτίαν, ανάγκη πάσα και τα των ενεργειών αποτελέσματα ομογενώς έχειν αλλήλοις, κατ' αυτό το εξ ενεργείας ομοίως είναι. Τούτο δε προς ποίον βλασφημίας πέρας δια της ακολουθίας εκφέρεται, παντί δήλόν εστι τω επισταμένω βλέπειν προς το ακόλουθον. ... Ουκ έστιν ενέργειαν απεργαστικήν τινος πράγματος αυτήν εφ' εαυτής συστήναι, μη τινος υποδεχομένου της ενεργείας την κίνησιν ... Ει γαρ μη το πάσχον είη, το ενεργούν ουκ έσται. Τί ουν εκ τούτου κατασκευάζεται, ει ου συνίσταται καθ' εαυτήν η ενέργεια, η αποτελεσματική τινος πράγματος, μη υποκειμένου του πάσχοντος; Ο Πατήρ δε καθώς ούτοί φασιν, ουδέν έτερον εστιν ή ενέργεια, παθητός άρα δια τούτων ο μονογενής Υιός αποδείκνυται, προς την κίνησιν της υφιστώσης αυτόν ενεργείας τυπούμενος ... Ούτως εξ ανάγκης ει ενέργειάν τις ορίζοιτο την πατρότητα, ουκ άλλως αποδείξει του Υιού την υπόστασιν, ει μη κατά τινα παθητήν πάντως απεργασθείσαν ύλην. Ει γαρ απαθής νομισθείη, αντίτυπος πάντως η απάθεια τω ενεργούντι γενήσεται, κωλυομένης δε της ενεργείας, ουκ έσται πάντως το ενεργούμενον. Ως δυοίν θάτερον, ή παθητήν δια τούτων του Μονογενούς την ουσίαν ποιήσουσιν, ίνα την ενέργειαν δέξηται, ή τούτο δια το προφανές της ασεβείας οκνούντες, το μηδέ όλως αυτήν είναι κατασκευάζουσιν".101
Εκ των ανωτέρω έχομεν σαφώς τας βασικάς προϋποθέσεις της πατερικής θεολογίας. Το ότι ο Πατήρ δεν είναι ταυτόν με την ουσίαν Αυτού. Το ότι ο Πατήρ γεννά κατ' ουσίαν δεν σημαίνει ότι η αιτία της υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος είναι η θεία ουσία. Ο Πατήρ ως Πατήρ και ουχί ως ουσία είναι η αιτία υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Επομένως εις την πατερικήν γλώσσαν και ορολογίαν η παρακτική και υπαρκτική εκπόρευσις του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού δύναται να σημαίνη μόνον ότι ο Υιός είναι ως υπόστασις αιτία ή συναιτία της υπάρξεως του Πνεύματος, ότε έχομεν ή δύο αιτίας εν τω Θεώ ή εάν ο Πατήρ και ο Λόγος είναι μία αιτία τότε ως μία υπόστασις μόνον δύνανται να είναι μία αιτία.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος αντιμετωπίζει την υπό των Ευνομιανών ταύτισιν ταύτην της πατρότητος, της ενεργείας και της ουσίας ούτως, "εκείνο δε πώς παραδράμωμεν, ουδενός ήττον των ειρημένων όν αξιάγαστον; Ο Πατήρ, φησίν, ουσίας, ή ενεργείας όνομα, ως αμφοτέρωθεν ημάς δήσοντες. Ει μεν ουσίας φήσομεν, συνθησομένους ετερούσιον είναι τον Υιόν, επειδή μία μεν ουσία Θεού, ταύτην δέ, ως ούτοι προκατείληφεν ο Πατήρ, ει δε ενεργείας, ποίημα σαφώς ομολογήσοντες, αλλ' ου γέννημα, ου γαρ ο ενεργών, εκεί πάντως και το ενεργούμενον. Και πώς το πεποιηκότι ταυτόν το πεποιημένον, θαυμάζειν φήσουσιν. Σφόδρα ά ηδέσθην υμών και αυτός την διαίρεσιν, ει των δύο το έτερον δέξασθαι ήν αναγκαίον, αλλά μη τα δύο διαφυγόντα, τρίτον ειπείν αληθέστερον, ότι ούτε ουσίας όνομα ο Πατήρ, ω σοφώτατοι, ούτε ενεργείας, σχέσεως δε και του πώς έχει προς τον Υιόν ο Πατήρ, ή ο Υιός προς τον Πατέρα. Ως γαρ παρ' ημίν αι κλήσεις αύται το γνήσιον και οικείον γνωρίζουσιν, ούτω κακεί την του γεγεννημένου προς το γεγεννηκός ομοφυΐαν σημαίνουσιν."102
Ούτως οι Πατέρες τονίζουν ότι τα ονόματα Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα δεν είναι δηλωτικά της κατά πάντα μιας φύσεως ή ουσίας του Θεού, αλλά είναι αι τρεις ιδιότητες καθ' ας υπάρχει διαφορά εν τω Θεώ. Η διαφορά αυτή είναι σχέσεις αιτίου Πατρός προς αιτιατόν Υιόν και αιτιατό Πνεύμα. Επί τούτου ο Γρηγόριος Νύσσης γράφει, "τό απαράλλακτον της φύσεως ομολογούντες, την κατά το αίτιον και αιτιατόν διαφοράν ουκ αρνούμεθα, εν ω μόνω διακρίνεσθαι το έτερον του ετέρου καταλαμβάνομεν, τω μεν αίτιον πιστεύειν είναι, το δε εκ του αιτίου, και του εξ αιτίας όντος, πάλιν άλλην διαφοράν εννοούμεν. Το μεν γαρ προσεχώς εκ του πρώτου, το δε δια του προσεχώς εκ του πρώτου, ώστε και το μονογενές αναμφίβολον επί του Υιού μένειν, και το εκ του Πατρός είναι το Πνεύμα μη αμφιβάλλειν, της του Υιού μεσιτείας και αυτώ το Μονογενές φυλαττούσης, και το Πνεύμα της φυσικής προς τον Πατέρα σχέσεως μη απειργούσης. Αίτιον δε και το εξ αιτίου λέγοντες, ουχί φύσιν δια τούτων των ονομάτων σημαίνομεν. Ουδέ γαρ τον αυτόν αν τις αιτίας και φύσεως αποδοίη λόγον, αλλά την κατά το πώς είναι διαφοράν ενδεικνύμεθα. Ειπόντες γαρ τον μεν αιτιατόν, τον δε άνευ αιτίου, ουχί την φύσιν τω κατά το λόγω διεχωρίσαμεν, αλλά μόνον το μήτε τον Υιόν αγεννήτως είναι, μήτε τον Πατέρα δια γεννήσεως ενεδειξάμεθα. Πρότερον δε ημάς είναι πιστεύειν τι επάναγκες, και τότε πώς εστι το πεπιστευμένον περιεργάσασθαι. Άλλος ουν ο του τί εστι, και άλλος ο του πώς εστι λόγος, το ουν αγεννήτως είναί τι λέγειν, πώς μεν εστιν υποτίθεται, τί δε εστι τη φωνή ταύτη ου συνενδείκνυται ... Την ουν τοιαύτην διαφοράν επί της αγίας Τριάδος λέγοντες, ως το μεν αίτιον, το δε εξ αιτίου είναι πιστεύειν, ουκέτ' αν εν τω κοινώ της φύσεως τον των υποστάσεων λόγον συντίκτειν αιτιαθείημεν. Επειδή τοίνυν τας μεν υποστάσεις της αγίας Τριάδος ο του αιτίου διακρίνει λόγος, το μεν αναιτίως είναι, το δε εκ του αιτίου πρεσβεύων, η δε θεία φύσις απαράλλακτός τε και αδιαίρετος δια πάσης εννοίας καταλαμβάνεται, δια τούτο κυρίως μία θεότης, και είς Θεός, και τα άλλα πάντα των θεοπρεπών ονομάτων μοναδικώς εξαγγέλεται".103
Χρήζει προσοχής ότι ο άγιος Γρηγόριος αναφερόμενος εις την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος αναφέρει μόνον "καί του εξ αιτίας όντος, πάλιν άλλην διαφοράν εννοούμεν". Ουδαμού γράφει ότι ο Υιός μεταβάλλεται εις αίτιον ή συναίτιον του αιτιατού εκ της αιτίας Πνεύματος. Επίσης παρατηρήσεως άξιον είναι ότι τα ιδιώματα αίτιος και αιτιατός ουδέποτε αναφέρονται εις την θείαν ουσίαν. Η δε ταύτισις αιτίου και αιτιατού με την ουσίαν του Πατρός και του Υιού είναι ακριβώς το υπό των Πατέρων καταδικασθέν σημείον. "Αίτιον δε και το εξ αιτίου λέγοντες, ουχί φύσιν δια τούτων των ονομάτων σημαίνομεν".104 Εξ άλλου αυτή είναι η καταδικασθείσα διδασκαλία του Ευνομίου, όστις εταύτισε το αγέννητον, την ενέργειαν και την πατρότητα με την άκτιστον ουσίαν και το γεννητόν και την υιότητα με κτιστήν φύσιν. Ούτω δια τους Ευνομιανούς η θεία ουσία ως αιτία γεννά, ήτοι κτίζει και η ουσία του Υιού ως αιτιατόν γεννάται, ήτοι κτίζεται.
Ο Αυγουστίνος έλαβε γνώσιν βεβαίως περί των υπό συζήτησιν θεμάτων μεταξύ Ευνομιανών και Ορθοδόξων και ως έπαθεν εις τα αντίστοιχα περί Αρειανισμού θέματα δεν συνέλαβεν ακριβώς την πραγματικότητα. Ούτως ηρμήνευσεν εσφαλμένως την διδασκαλίαν και των αιρετικών και των Ορθοδόξων. Ασχολούμενος με τα ανωτέρω προβλήματα αποδίδει εις τους Ευνομιανούς επιχειρήματα των Αρειανών και απαντά εις τα επιχειρήματα αυτά με τα επιχειρήματα των Ευνομιανών εναντίον των Ορθοδόξων, νομίζων ότι απαντά εις τους Ευνομιανούς.
Επιλαμβάνεται ο Αυγουστίνος του υπό των Αρειανών τεθέντος διλήμματος, ότι "εάν ο Πατήρ γεννά φύσει, κατ' ανάγκην γεννά, εάν δε κατά βούλησιν, κτίσμα γεννά," νομίζων ότι είναι των Ευνομιανών. Απαντά δε ότι ο Πατήρ φύσει γεννά, αλλά επειδή η βούλησις είναι αγάπη η οποία είναι κατά τον Αυγουστίνον η θεία ουσία, τούτο σημαίνει ότι το φύσει και βουλήσει γεννάν είναι ταυτόν.104α Αυτό όμως είναι το επιχείρημα των Ευνομιανών προς απόδειξιν ότι ο Υιός είναι ετερούσιος, όπως είδαμεν. Δηλαδή εφόσον το γεννάν είναι η θεία ουσία, το γεννάσθαι πρέπει να είναι ετερούσιον. Θα επανέλθωμεν εις τον Αυγουστίνον εν οικείω τόπω.105
Ως είδαμεν106 οι Ευνομιανοί, εδίδασκον ότι το Άγιον Πνεύμα έχει την άμεσον αιτίαν της εκ του μηδενός υπάρξεώς του εις τας περιβαλλούσας τον κτιστόν Λόγον κτιστάς ενεργείας. Όπως δε ο Λόγος είναι κατώτερος του Θεού κατά φύσιν και ενέργειαν ούτω και το Πνεύμα είναι κατώτερον του Λόγου, και τρίτος τη τάξει, τω αξιώματι και τη φύσει.

ΙΙ. Οι Πνευματομάχοι
Την διδασκαλίαν των Πνευματομάχων περί Αγίου Πνεύματος συνοψίζει ο Γρηγόριος Νύσσης ως εξής, "οι υπεναντίοι αποξενώσθαι μεν αυτόν προς τον Πατέρα και τον Υιόν της φυσικής κοινωνίας, και δια το της φύσεως διαλλάττον υποβεβηκέναι, και ηλαττώσθαι τοις πάσιν εν δυνάμει και δόξη και αξιώματι και πάσιν άπαξ τοις θεοπρεπώς λεγομένοις ονόμασί τε και νοήμασι, και δια τούτο δόξης μεν αμέτοχον, ανάξιον δε της προς τον Πατέρα και Υιόν ομοτιμίας φασί, δυνάμεως δε τοσούτον μετέχειν, όσον επαρκεί αυτώ προς αποτεταγμένας τινάς και μερικάς ενεργείας, της δε δημιουργικής ισχύος έξω παντάπασιν καθεστάναι. Ταύτης δε κρατούσης παρ' αυτοίς της υπολήψεως, εκ του ακολούθου κατασκευάζεται παρ' αυτών το μηδέν έχειν εν εαυτώ το Πνεύμα των περί της θείας φύσεως ευσεβώς λεγομένων τε και νοουμένων".107
Τα υπέρ του ακτίστου και του ομοουσίου του Αγίου Πνεύματος τω Πατρί επιχειρήματα των Πατέρων είναι ακριβώς τα ίδια με αυτά υπέρ του ακτίστου και ομοουσίου του Λόγου τω Πατρί. Από την απόλυτον ταυτότητα των ενεργειών του Αγίου Πνεύματος μετά του Πατρός και του Υιού αποδεικνύεται η ταυτότης της φύσεως. Ό,τι έχει ο Πατήρ έχει ο Υιός και ό,τι έχουν κοινόν ο Πατήρ και ο Υιός έχει και το Πνεύμα το Άγιον.
Ο άγιος Αμβρόσιος τονίζει, "ό,τι επομένως έχουν ο Πατήρ και ο Υιός, έχει και το Άγιον Πνεύμα τη ενότητι του ονόματος της φύσεως Αυτού ... Όθεν το Πνεύμα έχει ό,τι έχει ο Χριστός, και επομένως ό,τι έχει ο Θεός, διότι πάντα όσα έχει ο Πατήρ, έχει και ο Υιός και δια τούτο είπεν, πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστιν".108 Αλλαχού γράφει "... ο πιστεύων εσφαλμένως περί του Υιού δεν δύναται να νοήση ορθώς περί του Πατρός, ο νοών εσφαλμένως περί του Πνεύματος δεν δύναται ορθώς να νοήση τον Υιόν. Διότι όπου υπάρχει μία αξία, μία δόξα, μία αγάπη, μία μεγαλειότης, ό,τι δήποτε νομίζεις ότι αφαιρείται από οιονδήποτε των τριών προσώπων αφαιρείται απ' όλα ομοίως".109 Πρέπει να τονισθή πάλιν ότι το άκτιστον ως και το αυθυπόστατον του Αγίου Πνεύματος μαρτυρείται εις την πατερικήν θεολογίαν όχι μόνον από την σαφή διδασκαλίαν του Χριστού, κυρίως δε περί του Άλλου Παρακλήτου, αλλά και από τας προς τους προφήτας και τους αποστόλους θεοφανείας και κυρίως ως είδαμεν την ημέραν της Πεντηκοστής. Επισημαίνομεν το γεγονός το οποίον παρετηρήσαμεν εις την περί Λόγου διδασκαλίαν των Πατέρων, ότι η ερμηνευτική παράδοσις της Εκκλησίας χρησιμοποιεί αδιακρίτως χωρία της Παλαιάς και της Καινής Διαθήκης εις έκθεσιν και στήριξιν του περί Αγίου Πνεύματος δόγματος.111
Τα δεδομένα περί Αγίας Τριάδος αξιώματα της Παραδόσεως ήσαν ότι μεταξύ του Θεού και του Λόγου όλα είναι κοινά εκτός από τας υποστατικάς ιδιότητας. Ούτω και το Άγιον Πνεύμα έχει και Αυτό πάντα τα εκ των κοινών του Πατρός και του Υιού. Ως δε Αυτοί ούτω και Αυτό έχει ιδίαν υποστατικήν ιδιοτήτα. Ούτως έχομεν τον κανόνα ότι, εφόσον το Πνεύμα έχει όλα όσα έχουν κοινά ο Πατήρ και ο Υιός και εφόσον έχει την ύπαρξιν Του εκ της ουσίας ή υποστάσεως του Πατρός, τότε και Αυτό είναι ομοούσιον τω Πατρί ως απαράλλακτος μόνη Εικών της μόνης Εικόνος του Αρχετύπου Πατρός. Ούτως οι ευρισκόμενοι εν τω απαραλλάκτως απεικονίζοντι τον Λόγον Πνεύματι βλέπουν δια της μόνης απαραλλάκτου Εικόνος του Πατρός το Αρχέτυπον Φώς.112
Εκτός από την αναφερθείσαν αρχαίαν παράδοσιν, ήτις διέκρινε μεταξύ ενδιαθέτου Λόγου και του Αυτού γενομένου δια της εκ του Πατρός γεννήσεως προφορικού Λόγου, όλοι οι Πατέρες συνεφώνουν ότι αι ιδιότητες και οι τρόποι υπάρξεως των προσώπων της Αγίας Τριάδος είναι ότι ο Πατήρ είναι αίτιος εξ ουδεμιάς αιτίας, ότι ο Υιός ύπαρξιν έχει εκ του Πατρός γεννητώς και το Πνεύμα το Άγιον επίσης υπάρχει μετά του Υιού εκ του Πατρός αλλ' ουχί γεννητώς.113 Τινές εις το ουχί γεννητώς προσέθετον το εκπορευτώς,114 το οποίον επισήμως υιοθετήθη εις το Σύμβολον της Β' Οικ. Συνόδου. Πάντως είτε είποι τις ουχί γεννητώς απλώς ή εκπορευτώς, δογματικώς είναι το ίδιον. Το δε εκπορευτώς επιβάλλεται ως ο επίσημος όρος της Β' Οικ. Συνόδου.
Ίσως υπάρχει και κάποια βάσις να αποδεχθή τις ότι απολύτως Ορθόδοξοι ήσαν οι Πατέρες οι διδάσκοντες ότι τα ονόματα Πατήρ και Υιός αναφέρονται εις την γέννησιν του ήδη εκ του Θεού αϊδίως και φύσει υπάρχοντος υποστατικού Λόγου δια την δημιουργίαν και ενσάρκωσιν, εφόσον ο Λόγος αεί την ύπαρξιν του έχει εκ του Θεού Πατρός όπως έχει το Πνεύμα το Άγιον. Εν τοιαύτη περιπτώσει τα υποστατικά ιδιώματα κατ' ουσίαν παραμένουν τα ίδια, δηλαδή ο Θεός είναι εξ ουδενός, ο Λόγος και το Πνεύμα είναι αϊδίως εκ του Θεού φύσει, τη δε μία βουλήσει της Αγίας Τριάδος ο Λόγος ο ενδιάθετος προφέρεται, δηλαδή γεννάται και ούτως ο Θεός γίνεται Πατήρ και ο Λόγος Υιός, δια την δημιουργίαν, την ενσάρκωσιν και την υιοθεσίαν των ανθρώπων. Ούτως η διαφορά μεταξύ Λόγου και Πνεύματος είναι ότι ο Λόγος εγένετο Μονογενής Υιός του Θεού προ των αιώνων και εσαρκώθη. Ταύτα αναφέρομεν όχι επειδή είναι η ορθή ερμηνεία των όρων, αλλά διότι ιστορικώς υπήρξεν, ορθώς δε ερμηνευομένη είναι ορθόδοξος. Ερμηνευομένη όμως υπό των ετεροδόξων εμφανίζεται ωσάν αρχαίος ημιαρειανισμός ενώ δεν ήτο.115

Ζ' Η υπό της Β' Οικουμενικής Συνόδου (381) αποτελείωσις της διατυπώσεως του δόγματος
Φαίνεται ότι η περί Filioque διαμάχη, ως εξελίχθη μετά την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, συνετέλεσεν εις το να δοθή μεγαλυτέρα από ότι έπρεπε προσοχή εις τον όρον εκπόρευσις εις βάρος των πατερικών προϋποθέσεων περί του τρόπου της υπάρξεως των τριών προσώπων και περί των ενεργειών της μιας φύσεως αυτών.
Μη γνωρίζοντες οι Φραγκολατίνοι και οι πνευματικοί απόγονοι αυτών τας εν τω Θεώ διακρίσεις μεταξύ ουσίας, ενεργείας και υποστατικών ιδιοτήτων και σχεδόν αδιακρίτως συγχέοντες ταύτα εις την ιδικήν των αυγουστίνειον θεολογικήν παράδοσιν, δεν ηδυνήθησαν μέχρι σήμερον να κατανοήσουν την θεολογικήν μέθοδον των πατερικών Οικουμενικών Συνόδων.
Είδαμεν1 ότι αι τρεις υποστάσεις της Αγίας Τριάδος είναι ασύγχυτοι και ακοινώνητοι ιδιότητες δηλούσαι εν Θεώ "διαφοράς", αι οποίαι δεν ταυτίζονται ούτε με την ουσίαν του Θεού ούτε με την ενέργειαν. Επίσης είδαμεν2 πόσο σπουδαίαν σημασίαν δια τους Πατέρας, αλλά και δια τους Σαμοσατιανούς, Αρειανούς και Νεστοριανούς, έχει η διάκρισις ουσίας και ακτίστου ενεργείας εν τω Θεώ.
Πάντως η απλότης των δύο βασικών αξιωμάτων της περί Αγίας Τριάδος διδασκαλίας των Πατέρων της Α' και της Β' Οικ. Συνόδου θα πρέπει να προξενή κατάπληξιν εις όσους φαντάζονται την δογματικήν θεολογίαν ως είδος στοχαστικής ενασχολήσεως δεινών φιλοσόφων. Κατά κυριολεξίαν όμως και ο απλοϊκός πιστός ήτο και είναι εις θέσιν να κατανοήση την απλότητα των εν λόγω δύο αξιωμάτων. Πρώτον τα εν τη Αγία Τριάδι κοινά, ως η ουσία, η ενέργεια, η βασιλεία, η θέλησις, η δόξα, η θεότης, το άκτιστον, το αγέννητον, το απερίγραπτον, το ανείδεον, το ασχημάτιστον, το προνοητικόν, το προγνωστικόν, το δημιουργικόν, κ.τ.λ. ανήκουν και εις τας τρεις υποστάσεις κατά φύσιν. Δεύτερον, τα ακοινώνητα, ως 1) το αγέννητον, το γεννητόν, και το εκπορευτόν, ή 2) το γεννήτωρ και προβολεύς, το γέννημα, και το πρόβλημα, ή 3) το αναιτίως εξ ουδενός, το αιτιατόν γεννητώς εκ του αιτίου, το αιτιατόν εκπορευτικώς, ή μη γεννητώς, ή μη μονογενώς εκ του αιτίου, ή 4) το αγεννήτως άναρχον, το γεννητώς συνάναρχον, και το εκπορευτώς συνάναρχον, ή 5) το άνευ αιτίας ή το αγεννήτως υπάρχειν, το γεννάν και το εκπορεύειν, ή προβάλλειν, το γεννάσθαι, και το εκπορεύεσθαι ή προβάλλεσθαι, ανήκουν εις έν έκαστον, εις μίαν μόνον υπόστασιν.
Άλλό τι δεν υπάρχει εν τω Θεώ. Ούτε τα κοινά δύνανται να ανήκουν μόνον εις δύο πρόσωπα και όχι εις το τρίτον, ούτε τα ακοινώνητα δύνανται καθ' έκαστον να ανήκουν παρά μόνον εις έν πρόσωπον.
Τα εν τω Θεώ ανήκουν ή εις τα τρία πρόσωπα ή καθ' έκαστον εις έν μόνον πρόσωπον.
Έχων τις τα απλά ταύτα υπ' όψιν αντιλαμβάνεται την κατάπληξιν των Ορθοδόξων άμα τω ακούσματι περί του Filioque των βαρβάρων και αγραμμάτων Φράγκων του 8ου και 9ου αιώνος.
Δια τούτο μεγάλο λάθος διαπράττουν οι πιστεύοντες ότι η δογματική θεολογία είναι στοχαστική τις φιλοσοφία των μεγάλων κατά κόσμον νόων διότι ούτω δεν κατανοούν ούτοι τον αστειευτικόν και απλούν αλλά βεβαίως και σοβαρόν τρόπον με τον οποίον ο Μέγας Φώτιος γράφει κατά των Φράγκων. Περίληψις των κατά των Φράγκων επιχειρημάτων του Φωτίου υπάρχει εις τον δεύτερον τόμον3 εξ ής παραθέτομεν τα εξής δύο αστεία, "όρα δε καντεύθεν κατάφωρον αυτών το δυσσεβές και ανόητον δεικνύμενον βούλημα. Επεί γαρ και άπαν, ό θεωρείται και λέγεται εν τη Παναγία και ομοφυεί και ομοουσίω Τριάδι, ή κοινόν εστι πάντων, ή ενός και μόνου των τριών, η δε του Πνεύματος προβολή ούτε κοινόν εστιν, αλλ' ουδ', ως αυτοί φασιν, ενός και μόνου τινός, (ίλεως δε ημίν είη, και εις τας εκείνων τρέποιτο το βλάσφημον κεφαλάς), ουκ άρα όλως εστίν εν τη ζωαρχική και παντελείω Τριάδι η του Πνεύματος προβολή".4
"Άλλως τε δέ, ει πάντα τα κοινά Πατρός και Υιού, και του Πνεύματος πάντως υπάρχει κοινά, ... κοινόν δε Πατρός και Υιού η του Πνεύματος εξ αυτών πρόοδος, και εξ εαυτού άρα εκπορευθήσεται το Πνεύμα, και αρχή έσται αυτό εαυτού, και αίτιον άμα και αιτιατόν, όπερ ουδέ οι των Ελλήνων μύθοι ανεπλάσαντο".5
Εκ των εν λόγω αξιωμάτων φαίνεται σαφώς ότι τα εν τη Αγία Τριάδι κοινά και τα ακοινώνητα ταύτα σημαίνουν σαφώς ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται ή έχει την ύπαρξίν του εκ μόνου του Πατρός.
Δια τούτο ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός ουδόλως παρεσύρθη υπό αρχαίου τινός αιρετικού όταν ερμηνεύει τα ανωτέρω ως εξής, "διό ουδέ τρεις Θεούς λέγομεν, τον Πατέρα, και τον Υιόν, και το Άγιον Πνεύμα, ένα δε μάλλον Θεόν, την Αγίαν Τριάδα, εις έν αίτιον Υιού και Πνεύματος αναφερομένων, ου συντιθεμένων, ουδέ συναλειφομένων, κατά την Σαβελλίου συναίρεσιν, ενούται γάρ, ως έφημεν, ουχ ώστε συγχείσθαι, αλλ' ώστε έχεσθαι, και την εν αλλήλαις περιχώρησιν έχουσι δίχα πάσης συναλοιφής και συμφύρσεως ... Όταν δε προς τα εν οίς η θεότης (βλέψωμεν), ή το γε ακριβέστερον ειπείν, ά η θεότης, και τα εκ της πρώτης αιτίας αχρόνως εκείθεν όντα, και ομοδόξως, και αδιστάκτως, τουτέστι τας υποστάσεις του Υιού και του Πνεύματος, τρία τα προσκυνούμενα. Είς Πατήρ ο Πατήρ, και άναρχος, τουτέστιν, αναίτιος, ου γαρ έκ τινος. Είς Υιός, και ουκ άναρχος, τουτέστιν ουκ αναίτιος, εκ του Πατρός γάρ. Ει δε την από του χρόνου λάβοις αρχήν, και άναρχος, ποιητής γαρ χρόνων, ουχ υπό χρόνον. Έν Πνεύμα, Άγιον το Πνεύμα, προϊόν μεν εκ του Πατρός, ουχ υιϊκώς δέ, αλλ' εκπορευτώς, ούτε του Πατρός εκστάντος της αγεννησίας, διότι γεγένηκεν, ούτε του Υιού της γεννήσεως, ότι εγεννήθη εξ αγεννήτου, πώς γάρ; Ούτε του Πνεύματος, ή εις Πατέρα μεταπίπτοντος, ή εις Υιόν, ότι εκπεπόρευται, και ότι Θεός, η γαρ ιδιότης ακίνητος, ή πώς αν ιδιότης μένοι, κινουμένη και μεταπίπτουσα, ει γαρ Υιός ο Πατήρ, ου Πατήρ κυρίως, είς γαρ κυρίως Πατήρ. Και ει Πατήρ ο Υιός, ου κυρίως Υιός, είς γαρ κυρίως Υιός, και έν Πνεύμα Άγιον. Χρή δε γινώσκειν, ότι τον Πατέρα ου λέγομεν έκ τινος, λέγομεν δε αυτόν του Υιού Πατέρα. Τον Υιόν ου λέγομεν αίτιον ουδέ Πατέρα, λέγομεν δε αυτόν και εκ του Πατρός, και Υιόν του Πατρός. Το δε Πνεύμα το Άγιον, και εκ του Πατρός λέγομεν, και Πνεύμα Πατρός ονομάζομεν. Εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν. Πνεύμα δε Υιού, ονομάζομεν,"6
Λοιπόν τί άλλη σημασία δύνανται να έχουν "τόν Υιόν ου λέγομεν αίτιον" και το "εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν", εκτός του ότι το Πνεύμα ύπαρξιν έχει εκ μόνου του Πατρός;
Αφού ο Δαμασκηνός εκθέτει πρώτον τα περί κοινών εν τη Αγία Τριάδι γράφει, "καί ταύτα κοινώς επί πάσης λέγεται της θεότητος, τα τε αποφατικώς, και τα καταφατικώς λεγόμενα. Και εφ' εκάστης των της αγίας Τριάδος υποστάσεων, ομοίως, και ωσαύτως, και απαραλείπτως (ή απαραλλάκτως). Όταν γαρ εννοήσω μίαν των υποστάσεων, τέλειον αυτήν Θεόν οίδα, τελείαν ουσίαν, όταν δε συνάψω και συναριθμήσω τα τρία, ένα Θεόν οίδα τέλειον. Ου γαρ σύνθετόν εστιν η θεότης, αλλ' εν τρισί τελείοις, έν τέλειον αμερές και ασύνθετον. Όταν δε την προς άλληλα σχέσιν των υποστάσεων εννοήσω, οίδα ότι εστίν ο Πατήρ υπερούσιος ήλιος, πηγή αγαθότητος, άβυσσος ουσίας, λόγου, σοφίας, δυνάμεως φωτός, θεότητος, πηγή γεννητική και προβλητική του εν αυτή κρυφίου αγαθού. Αυτός μεν ουν εστι νούς, λόγου άβυσσος, λόγου γεννήτωρ, και δια λόγου προβολεύς εκφαντορικού Πνεύματος, και ίνα μη πολλά λέγω, ουκ έστι τω Πατρί λόγος, σοφία, δύναμις, θέλησις, ει μη ο Υιός, ός εστιν η μόνη δύναμις του Πατρός, η προκαταρκτική της των πάντων ποιήσεως. Ούτως ως τελεία υπόστασις εκ τελείας υποστάσεως γεννωμένη, ως οίδεν αυτός, ός Υιός έστι τε και λέγεται. Το δε Πνεύμα το Άγιον, εκφαντορική του κρυφίου της θεότητος δύναμις του Πατρός, εκ Πατρός μεν δι' Υιού εκπορευομένη, ως οίδεν αυτός, ου γεννητώς. Διό και το Πνεύμα το Άγιον, τελεσιουργόν της των απάντων ποιήσεως. Όσα ουν αρμόζει αιτίω Πατρί, πηγή γεννήτορι, τω Πατρί μόνω προσαρμοστέον. Όσα δε αιτιατώ γεννητώ Υιώ Λόγω δυνάμει προκαταρκτική, θελήσει, σοφία, τω Υιώ. Όσα δε αιτιατώ, εκπορευτώ, εκφαντορικώ, τελεσιουργικώ δυνάμει, τω Αγίω Πνεύματι. Ο Πατήρ, πηγή και αιτία Υιού και Αγίου Πνεύματος, Πατήρ δε Υιού μόνου, και προβολεύς του Αγίου Πνεύματος. Ο Υιός, Υιός, Λόγος, σοφία, δύναμις, εικών, απαύγασμα, χαρακτήρ του Πατρός, και εκ του Πατρός. Ουχ Υιός του Πατρός, το Πνεύμα το Άγιον, Πνεύμα του Πατρός, ως εκ Πατρός εκπορευόμενον. Ουδεμία γαρ ορμή άνευ Πνεύματος, και Υιού δε Πνεύμα, ουχ ως εξ αυτού, αλλ' ως δι' αυτού εκ του Πατρός εκπορευόμενον. Μόνος γαρ αίτιος ο Πατήρ".7
Όταν έχη τις υπ' όψιν την σαφεστάτην, ως θα είδωμεν, διδασκαλίαν των Πατέρων περί των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων δύναται να αντιληφθή σαφώς τον λόγον της υπό του Δαμασκηνού γενομένης διακρίσεως μεταξύ "διά του Υιού εκπορευόμενον" και "εκ του Υιού εκπορευόμενον". Το Πνεύμα δια του Υιού εκπορεύεται εκφαντορικώς ενώ εκ του Πατρός υπαρκτικώς. Ούτω "Μόνος αίτιος ο Πατήρ" "τόν Υιόν ου λέγομεν αίτιον", και "εκ του Υιού δε το Πνεύμα ου λέγομεν".
Ενώ ο Θωμάς Ακινάτος αναγνωρίζει ως πραγματικήν διδασκαλίαν του Δαμασκηνού την εκ μόνου του Πατρός εκπόρευσιν, οι Λατινόφρονες προ της αλώσεως κατήργησαν την περί ακοινωνήτων των ιδιοτήτων διδασκαλίαν των Πατέρων και με πνευματικόν αρχηγόν τον εκ Καλαβρίας Βαρλαάμ ανέπτυξαν την θέσιν, ότι πράγματι ο Πατήρ είναι ο μόνος αίτιος της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος αλλά ο Υιός ως εκ του Πατρός, και έχων τα πάντα του Πατρός και ως αρχή εκ της αρχής, εκπορεύει ως μία μετά του Πατρός ουσία και Αυτός το Άγιον Πνεύμα.8 Ούτω κατηργήθη η υπό του Δαμασκηνού γενομένη ως άνω σαφής διάκρισις μεταξύ, ύπαρξιν έχειν εκ του Υιού, και φανερώσεως δια του Υιού και ούτως ετέθησαν τα θεμέλια της εν Φλωρεντία ψευδοενώσεως του 1439, ήτις εδέχθη ως συνώνυμα το "εκ τού" και το "διά τού" και ούτως ανεγνώρισε συγχρόνως ότι ο Πατήρ είναι η κυρίως και μόνη πηγή της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος, αλλά ο Υιός μετά του Πατρός είναι και Αυτός εκ του Πατρός η ιδία μία πηγή της εν λόγω υπάρξεως.9
Η διδασκαλία αυτή είναι όχι μόνον σοφιστεία, και κατασκεύασμα των δουλοπρεπώς προσκειμένων προς τους Φραγκολατίνους Λατινοφρόνων αλλά και σαφής αίρεσις και ανατροπή της διδασκαλίας της Α' και της Β' Οικ. Συνόδου και των Πατέρων αυτών.
Πάντως περί των εν τη Αγία Τριάδι κοινών και ακοινωνήτων ο εκ των μεγαλυτέρων Πατέρων της Β' Οικ. Συνόδου Γρηγόριος ο Νύσσης γράφει, "ο γαρ την περί του αγαθού έννοιαν ελαττών έν τινι των εν τη Αγία Τριάδι πεπιστευμένων, μεμίχθαι τι της εναντίας έξεως τω κατά το αγαθόν υστερουμένω πάντως παρασκευάσει, όπερ ούτε επί του Μονογενούς, ούτε επί του Αγίου Πνεύματος ευσεβές εστι λογίζεσθαι, αλλ' εν άκρα τη τελειότητι, και εν ακαταλήπτω τη υπεροχή θεωρουμένη τοις ενυπάρχουσιν εκάστη των υποστάσεων ιδιώμασιν, ασύγχυτον, και διακεκριμένην την διαφοράν έχει. Εν μεν τη κατά το άκτιστον κοινωνία, το απαράλλακτον έχουσα, εν δε τοις εξαιρέτοις των ιδιωμάτων εκάστου το ακοινώνητον. Η γαρ επιθεωρουμένη εκάστη των υποστάσεων ιδιότης, τρανώς και καθαρώς το έτερον από του ετέρου διΐστησιν, οίον ο Πατήρ άκτιστος είναι ομολογείται, και αγέννητος, ούτε γαρ γεγέννηται, ούτε έκτισται. Τούτο ουν το άκτιστον, κοινόν αυτώ προς τον Υιόν εστι και το Πνεύμα το Άγιον, αλλά και αγέννητος και Πατήρ, τούτο ίδιόν τι και ακοινώνητον, όπερ εν ουδενί των υπολοίπων καταλαμβάνεται, ο δε Υιός κατά το άκτιστον τω Πατρί, και τω Πνεύματι συναπτόμενος, εν τω Υιός, και Μονογενής είναι τε και ονομάζεσθαι, το ιδιάζον έχει, όπερ ούτε επί πάντων Θεού, ούτε του Αγίου Πνεύματος εστι. Το δε Πνεύμα το Άγιον εν τω ακτίστω της φύσεως την κοινωνίαν έχον προς Υιόν, και Πατέρα, τοις ιδίοις πάλιν γνωρίσμασιν απ' αυτών διακρίνεται. Γνώρισμα γαρ αυτού, και σημείόν εστιν ιδιαίτατον, το μηδέν εκείνων είναι, άπερ ιδίως τω Πατρί και τω Υιώ ο λόγος ενεθεώρησε. Το γαρ μήτε αγεννήτως είναι μήτε μονογενώς, είναι δε όλως, την εξαίρετον αυτού ιδιότητα προς τα ειρημένα παρίστησιν. Τω γαρ Πατρί κατά το άκτιστον συναπτόμενον, πάλιν απ' αυτού τω μη Πατήρ είναι, καθάπερ ούτος εστι, διαχωρίζεται, τη προς τον Υιόν κατά το άκτιστον συναφεία, και εν τω την αιτίαν της υπάρξεως εκ του Θεού των όλων έχειν ενούμενον, αφίστασται πάλιν εν τω ιδιάζοντι, εν τω μήτε μονογενώς εκ του Πατρός υποστήναι, και εν τω δι' αυτού του Υιού πεφηνέναι, πάλιν δε της κτίσεως δια του Μονογενούς υποστάσης, ως αν μη κοινότητά τινα προς ταύτην έχειν νομισθή το Πνεύμα εκ του δια του Υιού πεφηνέναι εν τω ατρέπτω, και αναλλοιώτω, και απροσδεεί της ετέρωθεν αγαθότητος, διακρίνεται το Πνεύμα από της κτίσεως ... Δι' ών δε της κτίσεως αφίσταται, δια των αυτών τούτων προς τον Πατέρα τε και Υιόν έχει την οικειότητα".10
Ο Γρηγόριος Νύσσης σαφώς τονίζει ότι το Άγιον Πνεύμα έχει ομοιότητα και οικειότητα και ένωσιν με τον Υιόν ως έχον μαζί με τον Υιόν την αιτίαν της υπάρξεώς Του, εκ του Θεού, αλλά "αφίσταται" του Υιού "εν τω μήτε μονογενώς εκ του Πατρός υποστήναι, και εν τω δι' αυτού του Υιού πεφηνέναι". Δηλαδή η διάκρισις του Πνεύματος από τον Υιόν δεν συνίσταται ως εις τον Αυγουστίνον εις το ότι ο Υιός υπάρχει εξ ενός και το Πνεύμα εκ δύο, αλλά εις το ότι ο Υιός ύπαρξιν έχει μονογενώς εκ του Πατρός και το Πνεύμα ουχί μονογενώς εκ του Πατρός. Εάν ο Υιός είχε μετοχήν ή οικειότητα ή ένωσιν μετά του Πατρός εις το αίτιον είναι της υπάρξεως του Πνεύματος θα το έλεγε σαφώς ο Νύσσης, αλλά δεν ηδύνατο ούτε καν να σκεφθή τοιαύτην κατάλυσιν του ακοινωνήτου των υποστατικών ιδιοτήτων.
Ενώ εις το χωρίον αυτό αναπτύσσει ακριβώς το περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι θέμα, ουδόλως χρησιμοποιεί τον όρον εκπόρευσις, αλλά αρκείται εις το ουχί μονογενώς. Τούτο διότι ως φαίνεται ο Νύσσης έγραψε τα εν λόγω προ της Β' Οικ. Συνόδου, όπου εχρησιμοποιήθη ο όρος εκπόρευσις ως όρος δηλών τον τρόπον υπάρξεως και την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος. Πάντως τα αξιώματα περί των κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι είναι μάλλον ανεξάρτητα από τον όρον εκπόρευσις προ της Β' Οικ. Συνόδου. Ούτε ο Μέγας Βασίλειος, ούτε ο Αμβρόσιος φαίνεται να είχον ταυτίσει τον όρον εκπόρευσιν με τον τρόπον υπάρξεως του Πνεύματος. Δια τον λόγον αυτόν ο Αμβρόσιος χρησιμοποιεί τον όρον εκπόρευσιν ως δηλούντα ενέργειαν και ως εκ τούτου ομιλεί περί της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού.12 Συγχρόνως όμως σαφώς παραδέχεται τα περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι, με αποτέλεσμα να υπάρχη ο όρος Filioque εις αυτόν, αλλά και ο τονισμός ότι το Άγιον Πνεύμα έχει την αιτίαν της υπάρξεώς Του εκ μόνου του Πατρός.13 Δια τούτο εις τα προ της Β' Οικουμενικής Συνόδου γραφόμενα των Πατέρων δεν πρέπει κανείς να περιορίση την προσοχήν του εις τον όρον εκπόρευσιν καθ' αυτό, αλλά εις τα περί της αιτίας της υπάρξεως του Πνεύματος αξιώματα, ως αναπτύσσονται εν τω δοκιμίω τούτω.
Ούτω παραθέτομεν άλλο χωρίον του Νύσσης όπου σαφώς εκθέτει την εκπορευομένην διδασκαλίαν της Εκκλησίας πάλιν χωρίς να αναφέρη τον όρον εκπόρευσις. Έχοντες υπ' όψιν τα ήδη εκτεθέντα του Νύσσης περί κοινών και ακοινωνήτων, ας προσέξωμεν το χωρίον, προβληματιζόμενοι επίσης δια τον ανόητον ισχυρισμόν των Φραγκολατίνων και των απογόνων αυτών ότι οι Δαμασκηνός, Φώτιος, Παλαμάς, Μάρκος Ευγενικός, Γενάδιος Σχολάριος, κ.λ.π. δεν ηννόησαν τους ελληνόφωνας Ρωμαίους προγόνους των αλλά τους ηννόησαν οι Φράγκοι του 8ου αιώνος.
Γράφει ο Νύσσης, "καί έτι προς τούτοις το μη εις διαφόρους αρχάς τη ετερότητι της φύσεως διηρημένας το της μοναρχίας δόγμα καταμερίζεσθαι, αλλά μίαν θεότητα, μίαν αρχήν, μίαν των πάντων εξουσίαν είναι πιστεύειν, εν τη των ομοίων συμφωνία της θεότητος θεωρουμένης, και δια του ομοίου προς το όμοιον την διάνοιαν αγούσης, ως της πάντων μεν αρχής, ήτις εστίν ο Κύριος, δια του Αγίου Πνεύματος ταις ψυχαίς ελλαμπούσης (αμήχανον γαρ άλλως θεωρηθήναι τον Κύριον Ιησούν, ει μη εν Πνεύματι Αγίω, καθώς φησιν ο απόστολος), δια δε του Κυρίου, ός εστιν η πάντων αρχή, της επέκεινα πάσης αρχής ημίν ευρισκομένης, ήτις εστίν ο επί πάντων Θεός, ουδέ γαρ δυνατόν εστιν άλλως το αρχέτυπον αγαθόν επιγνωσθήναι, μη εν τη εικόνι του αοράτου φαινόμενον. Ώσπερ δε τινα δίαυλον ανακάμπτοντες, μετά το κεφάλαιον της θεογνωσίας, αυτόν λέγω τον επί πάντων Θεόν, δια των προσεχών τε και οικείων τη διανοία τρέχοντες εκ του Πατρός δια του Υιού προς το Πνεύμα αναχωρούμεν. Εν περινοία γαρ του αγεννήτου φωτός καταστάντες, εκείθεν πάλιν το εξ αυτού φως κατά το προσεχές ενοήσαμεν, οίον ακτίνά τινα τω ηλίω συνυφισταμένην, ής η μεν αιτία του είναι εκ του ηλίου, η δε ύπαρξις ομού τω ηλίω, ου χρόνοις ύστερον προσγινομένη, αλλ' ομού τω οφθήναι τον ήλιον εξ αυτού συναναφαινομένη, μάλλον δε (ου γαρ ανάγκη πάσα τη εικόνι δουλεύοντας δούναι τοις συκοφάνταις κατά του Λόγου λαβήν εν τη του υποδείγματος ατονία) ουχί ακτίνα εξ ηλίου νοήσομεν, αλλ' εξ αγεννήτου ηλίου άλλον ήλιον ομού τη του πρώτου επινοία γεννητώς αυτώ συνεκλάμποντα, και κατά πάντα ωσαύτως έχοντα κάλλει, δυνάμει, λαμπηδόνι, μεγέθει, φαιδρότητι, και πάσιν άπαξ τοις περί ήλιον θεωρουμένοις. Και πάλιν έτερον τοιούτον φως κατά τον αυτόν τρόπον, ου χρονικώ τινι διαστήματι του γεννητού φωτός αποτεμνόμενον, αλλά δι' αυτού μεν εκλάμπον, την δε της υποστάσεως αιτίαν έχον εκ του πρώτου (πρωτοτύπου) φωτός, φως μέντοι και αυτό καθ' ομοιότητα του προεπινοηθέντος λάμπον, και φωτίζον, και τα άλλα πάντα τα του φωτός εργαζόμενον. Ουδέ γαρ έστι φωτί προς έτερον φως κατ' αυτό τούτο παραλλαγή, όταν κατ' ουδέν της φωτιστικής χάριτος ενδέον, ή υστερούμενον φαίνηται, αλλά πάση τελειότητι προς το ακρότατον επηρμένον, μετά Πατρός και Υιού θεωρείται, μετά Πατέρα και Υιόν αριθμείται, και δι' εαυτού την προσαγωγήν προς το επινοούμενον φώς, το εν Πατρί και Υιώ, πάσι τοις μετασχείν δυναμένοις χαρίζηται".14
Την ιδίαν απουσίαν του ονόματος "εκπορευτικόν" ως δηλούντος την υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος, παρατηρούμεν εις τον αδελφόν του Νύσσης, τον Μέγαν Βασίλειον, όστις εξεδήμησε προς Κύριον μόλις προ της συγκλήσεως της Β' Οικ. Συνόδου. Περί των κοινών και των ιδιοτήτων εν τη Αγία Τριάδι γράφει, "ο μεν της ουσίας λόγος κοινός, οίον η αγαθότης, η θεότης, ή εί τι άλλο νοοίτο, η δε υπόστασις εν τω ιδιώματι της πατρότητος ή της υιότητος, ή της αγιαστικής δυνάμεως θεωρείται".15
Αλλαχού ο Μέγας Βασίλειος περί του εν λόγω θέματος γράφει, "ουσία δε και υπόστασις ταύτην έχει την διαφοράν, ήν έχει το κοινόν προς το καθ' έκαστον, οίον, ως έχει το ζώον προς τον δείνα άνθρωπον. Δια τούτο ουσίαν μεν μίαν επί της θεότητος ομολογούμεν, ώστε τον του είναι λόγον μη διαφόρως αποδιδόναι, υπόστασιν δε ιδιάζουσαν, ίν' ασύγχυτος ημίν και τετρανωμένη η περί Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος έννοια ενυπάρχη. Μη γαρ νοούντων ημών τους αφωρισμένους περί έκαστον χαρακτήρας, οίον πατρότητα και υιότητα και αγιασμόν, αλλ' εκ της κοινής εννοίας του είναι ομολογούντων Θεόν, αμήχανον υγιώς τον λόγον της πίστεως αποδίδασθαι. Χρή ουν τω κοινώ το ιδιάζειν προστιθέντας, ούτω την πίστιν ομολογείν, κοινόν η θεότης, ίδιον η πατρότης, συνάπτοντας δε λέγειν, πιστεύω εις Θεόν Πατέρα και πάλιν εν τη του Υιού ομολογία το παραπλήσιον ποιείν, τω κοινώ συνάπτειν το ίδιον, και λέγειν, πιστεύω εις Θεόν Υιόν. Ομοίως και επί του Πνεύματος του Αγίου κατά το ακόλουθον της εκφωνήσεως την προφοράν σχηματίζοντας λέγειν, πιστεύω και εις τον Θεόν Πνεύμα το Άγιον, ώστε δι' όλου και την ενότητα σώζεσθαι εν τη της μιας θεότητος ομολογία, και το των προσώπων ιδιάζον ομολογείσθαι εν τω αφορισμώ των περί έκαστον νοουμένων ιδιωμάτων. Οι δε ταυτόν λέγοντες ουσίαν και υπόστασιν αναγκάζονται πρόσωπα μόνον ομολογείν διάφορα, και εν τω περιίστασθαι λέγειν τρεις υποστάσεις, ευρίσκονται μη φεύγοντες το του Σαβελλίου κακόν ...".16
Αυτή η περί της ανάγκης της χρήσεως των εν λόγω όρων δικαιολογία σαφώς εκθέτει πώς τα κοινά είναι των τριών προσώπων κοινά της μιας ουσίας, ενώ τα ιδιάζοντα υποστατικά ιδιώματα είναι ακοινώνητα, δηλαδή ανήκουν καθ' έκαστον αυτών εις μίαν μόνην υπόστασιν. Αυτή αύτη η χρήσις των όρων ουσία και υπόστασις γίνεται ίνα αποδοθούν τα εις την Αγίαν Τριάδα κοινά εις την μίαν θείαν ουσίαν και τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα έν έκαστον εις την αρμοδίαν υπόστασιν.
Αλλαχού ο Μέγας Βασίλειος σαφέστερον αναπτύσσει το θέμα ως εξής, "επεί δε χρή δια των ιδιαζόντων σημείων ασύγχυτον επί της Τριάδος την διάκρισιν έχειν, το μεν κοινώς επιθεωρούμενον, οίον το άκτιστον λέγω, ή το υπέρ πάσαν κατάληψιν, ή εί τι τοιούτον, ου συμπαραληψόμεθα εις την του ιδιάζοντος κρίσιν, επιζητήσομεν δε μόνον, δι' ών η περί εκάστου έννοια τηλαυγώς και αμίκτως της συνθεωρουμένης αφορισθήσεται ... επειδή τοίνυν το Άγιον Πνεύμα, αφ' ου πάσα επί την κτίσιν η των αγαθών χορηγία πηγάζει, του Υιού μεν ήρτηται, ω αδιαστάτως συγκαταλαμβάνεται, της δε του Πατρός αιτίας εξημμένον (ή εξηρτημένον) έχει το είναι, όθεν και εκπορεύεται, τούτο γνωριστικόν της κατά την υπόστασιν ιδιότητος σημείον έχει, το μετά τον Υιόν και σύν αυτώ γνωρίζεσθαι, και το εκ του Πατρός υφεστάναι. Ο δε Υιός, ο το εκ του Πατρός εκπορευόμενον Πνεύμα δι' εαυτού και μεθ' εαυτού γνωρίζων, μόνος μονογενώς εκ του αγεννήτου φωτός εκλάμψας, ουδεμίαν κατά το ιδιάζον των γνωρισμάτων, την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το Πνεύμα το Άγιον, αλλά τοις ειρημένοις σημείοις μόνοις γνωρίζεται. Ο δε επί πάντων Θεός, εξαίρετόν τι γνώρισμα της εαυτού υποστάσεως, το Πατήρ είναι, και εκ μηδεμιάς αιτίας υποστήναι, μόνος έχει, και δια τούτου πάλιν του σημείου και αυτός ιδιαζόντως επιγινώσκεται. Τούτου ένεκεν εν τη της ουσίας κοινότητι ασύμβατά φαμεν είναι και ακοινώνητα τα επιθεωρούμενα τη Τριάδι γνωρίσματα, δι' ών η ιδιότης παρίστανται των εν τη πίστει παραδεδομένων προσώπων, εκάστου τοις ιδίοις γνωρίσμασι διακεκριμένως καταλαμβανομένου, ώστε δια των ειρημένων σημείων το κεχωρισμένον των υποστάσεων εξευρεθήναι, κατά δε το άπειρον, και ακατάληπτον, και το ακτίστως είναι, και μηδενί τόπω περιειλήφθαι, και πάσι τοις τοιούτοις, μηδεμίαν είναι παραλλαγήν εν τη ζωοποιώ φύσει επί Πατρός λέγω και Υιού και Πνεύματος Αγίου, αλλά τινα συνεχή και αδιάσπαστον κοινωνίαν εν αυτοίς θεωρείσθαι. Και δι' ών αν τις νοημάτων το μεγαλείον ενός τινος των εν τη Αγία Τριάδι πιστευομένων κατανοήσειε, δια των αυτών προσελεύσεται, απαραλλάκτως, επί Πατρός και Υιού και Πνεύματος Αγίου την δόξαν βλέπων, εν ουδενί διαλείμματι μεταξύ Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος της διανοίας κενεμβατούσης, διότι ουδέν εστί το δια μέσου τούτων παρενειρόμενον, ούτε πράγμα υφεστώς άλλο τι παρά την θείαν φύσιν, ως καταμερίζειν αυτήν προς εαυτήν δια της του αλλοτρίου παρεμπτώσεως δύνασθαι, ούτε διαστήματός τινος ανυποστάτου κενότης ήτις κεχηνέναι ποιεί της θείας ουσίας την προς εαυτήν αρμονίαν, τη παρενθήκη του κενού το συνεχές διαστέλλουσα ... ου γαρ έστιν επινοήσαι τομήν ή διαίρεσιν κατ' ουδένα τρόπον, ως ή Υιόν χωρίς Πατρός νοηθήναι, ή το Πνεύμα του Υιού διαζευχθήναι, αλλά τις άρρητος και ακατανόητος εν τούτοις καταλαμβάνεται και η κοινωνία και η διάκρισις, ούτε της των υποστάσεων διαφοράς το της φύσεως συνεχές διασπώσης, ούτε της κατά την ουσίαν κοινότητος το ιδιάζον των γνωρισμάτων αναχεούσης. Μη θαυμάσης δε ει το αυτό συνημμένον και διακεκριμένον είναί φαμεν, και τινα επινοούμεν, ώσπερ εν αινίγματι, καινήν και παράδοξον διάκρισίν τε συνημμένην και διακεκριμένην συνάφειαν".17
Ο μελετών επισταμένως ή και προχείρως ακόμη τα ανωτέρω πώς θα εκφύγη από το συμπέρασμα ότι υπάρχει εις το θέμα περί κοινών και ακοινωνήτων εν τη Αγία Τριάδι απόλυτος συμφωνία μεταξύ Νύσσης, Βασιλείου και Φωτίου; Ο Βασίλειος σαφώς γράφει, η διάκρισις των ιδιαζόντων σημείων είναι ασύγχυτος. Αν λοιπόν το αίτιον της υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος είναι των ιδιαζόντων σημείων πώς ο Υιός γίνεται και αυτός αιτία του Πνεύματος; Αν το αίτιον είναι κοινόν τότε το Πνεύμα είναι αιτία της υπάρξεως του εαυτού Του. Ο Υιός κατά τον ουρανοφάντορα της Καισαρείας "ουδεμίαν, κατά το ιδιάζον των γνωρισμάτων, την κοινωνίαν έχει προς τον Πατέρα ή προς το Πνεύμα το Άγιον". Πώς τότε μετά του Πατρός δύναται να έχη το αίτιον είναι, ή το συναίτιον είναι, ή το έν αίτιον είναι του Πνεύματος χωρίς και το Πνεύμα να είναι και Αυτό έν αίτιον του Εαυτού Του; Ο εκ Καππαδοκών χώρας διδάσκαλος της οικουμένης "ασύμβατά φαμεν είναι και ακοινώνητα τα επιθεωρούμενα τη Τριάδι γνωρίσματα" θεοπνεύστως τα της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παραδόσεως δογματίζει.
Και πώς ετόλμησαν οι Δυτικοί να ισχυρισθούν ότι οι ημιβάρβαροι και αγράμματοι Φράγκοι, οι γεγονότες μόλις τον 9ον αιώνα θεολόγοι με τα "Contra errores Graecorum" των, εγνώρισαν καλύτερα την θεολογίαν των Πατέρων των Οικουμενικών Συνόδων από τους μετά τον 7ον αιώνα ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας, και ότι ο Μέγας Φώτιος ηγνόει τους ελληνόφωνας Ρωμαίους Πατέρας των Οικουμενικών Συνόδων, ενώ οι πράγματι αγνοούντες την γλώσσαν και τα συγγράμματα αυτών πρωτόγονοι τότε εν Ευρώπη Φράγκοι κατακτηταί της δυτικής λατινικής Ρωμηοσύνης εγνώριζον αυτούς;
Φαίνεται ότι το πρώτον εις την Διοίκησιν της Ανατολής εταυτίσθη η εκπόρευσις με τον τρόπον υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος και μετεφέρθη εις την Διοίκησιν της Αιγύπτου, μέσω κυρίως του Διδύμου του Τυφλού και εις την Καππαδοκίαν και εν συνεχεία εις Κωνσταντινούπολιν, μέσω του Γρηγορίου του Θεολόγου και ούτως ευρίσκεται εις το Σύμβολον της Νικαίας Κωνσταντινουπόλεως.
Η αρχαιοτέρα μαρτυρία της διδασκαλίας των επισκόπων της ανατολικής Διοικήσεως ευρίσκεται εις αποδιδόμενον εις τον άγιον Ιουστίνον τον μάρτυρα έργον έχουσα ούτω, "πώς ούν, ερεί τις, ει διαφέρει το γεννάν του γεννωμένου, και το εκπορευτόν του αφ' ούπερ εκπεπόρευται, (έστι δε ο Πατήρ αγέννητος, αφ' ου και ο Υιός γεγέννηται, και το Πνεύμα προήλθεν), ταυτόν τω Πατρί ο Υιός και το Πνεύμα το Άγιον; Ότι το μεν Αγέννητον και Γεννητόν και Εκπορευτόν ουκ ουσίας ονόματα, αλλά τρόποι υπάρξεως, ο δε τρόπος της υπάρξεως τοις ονόμασι χαρακτηρίζεται τούτοις, η δε της ουσίας δήλωσις τη Θεού ονομασία σημαίνεται, ως είναι την διαφοράν τω Πατρί προς τον Υιόν και το Πνεύμα κατά τον της υπάρξεως τρόπον, το δε ταυτόν κατά τον της ουσίας λόγον. Ή γαρ ο μεν αγεννήτως έχει το είναι, ο δε γεννητώς, το δε εκπορευτώς, τα της διαφοράς επιθεωρείσθαι πέφυκεν, ει δε και της υποστάσεως αυτού το κατ' ουσίαν είναι σημαίνεται, τω κοινώ της θεότητος ονόματι παραδηλούται ... επί του Θεού και Πατρός ευρήσομεν. Ει μεν γαρ τον τρόπον της υπάρξεως αυτού ζητοίης, εξ ουδενός ετέρου γεγεννημένου, αγέννητον προσαγορεύσεις, ει δε την "αγέννητος προσηγορίαν σκοποίης, της υπάρξεως τον τρόπον ερμηνεύουσαν ευρήσεις. Ει δε και την ουσίαν αυτήν γνωρίζειν εθέλοις, καθ' ήν Υιώ και Πνεύματι προς κοινωνίαν συνάπτεται, τη Θεού ονομασία δηλώσεις. Ώστε το μεν αγέννητον, και της υπάρξεως ο τρόπος, αλλήλων εισί γνωριστικά, της δε ουσίας το Θεός δηλωτικόν. Ως γαρ Αδάμ, καίτοι γέννησιν μη προσηκάμενος, τοις εξ αυτού γεννηθείσι κατά το της ουσίας ταυτόν εις κοινωνίαν συνάπτεται, ούτως ουδείς λόγος το κοινόν της ουσίας Πατρός προς τον Υιόν και το Πνεύμα διασπάται δια το αγέννητον δυνήσεται, Ώστε το Αγέννητον και Γεννητόν και Εκπορευτόν, ουκ ουσίας δηλωτικά, σημαντικά δε των υποστάσεών εστιν, ικανά γαρ ημίν διακρίνειν τα πρόσωπα, και την Πατρός και Υιού και Αγίου Πνεύματος ιδιαζόντως δεικνύει υπόστασιν ... ότι μεν ακατάληπτον ακριβώς πεπεισμένοις, εφ' όσον δε χωρούμεν δια της θεωρίας εαυτούς εκείνω συνάπτοντας, ούτω τοίνυν νοούμεν τον Υιόν εκ Πατρός γεγεννήσθαι, ως φως εκ φωτός εκλάμψαν. Ικανή γαρ η εικών παραστήσαι το τε συναΐδιον, το τε της ουσίας ταυτόν, το τε της γεννήσεως απαθές. Ει γαρ εξελάμφθη, τω εκλάμψαντι αχρόνως συνυπέστη. Τίνι γαρ φωτός έκλαμψις χρόνου μέσω διακόπτοιτο; Ει δε φως εκ φωτός, το ταυτόν εκείνω δηλώσειεν, αφ' ου και γεγέννηται. Ει δε πάλιν φως και το γεννώμενον, απαθής η γέννησις αν είη. Ου γαρ κατά τομήν, ή ρεύσιν, ή διάστασιν, του φωτός η έκλαμψις γίνεται, αλλ' εκ της ουσίας αυτής απαθώς προέρχεται. Την αυτήν δε γνώσιν και περί του Αγίου Πνεύματος κατέχομεν, ότι ώσπερ ο Υιός εκ του Πατρός, ούτω και το Πνεύμα, πλην γε δη τω τρόπω της υπάρξεως διοίσει. Ο μεν γαρ φως μεν εκ φωτός εξέλαμψε, το δε φως μεν εκ φωτός και αυτό, ου μην γεννητώς, αλλ' εκπορευτώς προήλθεν, ούτω συναΐδιον Πατρί, ούτω την ουσίαν ταυτόν, ούτως απαθώς εκείθεν εκπορευθέν".18
Κατακλείομεν την σειράν αντιπροσωπευτικών πατερικών χωρίων με τον Γρηγόριον τον Θεολόγον, τον τυγχάνοντα και Πατριάρχην Κωνσταντινουπόλεως κατά την εκεί σύγκλησιν της Β' Οικ. Συνόδου. Αφού ο Θεολόγος Γρηγόριος αναπτύσσει πρώτον τα δηλούντα εξουσίαν και οικονομίαν κοινά θεία ονόματα της Αγίας Τριάδος συνεχίζει, "ταύτα μεν ουν εστι κοινά θεότητος τα ονόματα. Ίδιον δε του μεν ανάρχου, Πατήρ, του δε ανάρχως γεννηθέντως, Υιός, του δε αγεννήτως προελθόντος, ή προϊόντος, το Πνεύμα το Άγιον. Αλλ' επί τας του Υιού κλήσεις έλθωμεν, όπερ ωρμήθη λέγειν ο λόγος. Δοκεί γαρ μοι λέγεσθαι, Υιός μέν, ότι ταυτόν εστι τω Πατρί κατ' ουσίαν, και ουκ εκείνο μόνον, αλλά κακείθεν. Μονογενής δέ, ουχ ότι μόνος εκ μόνου και μόνον, αλλ' ότι και μονοτρόπως, ουχ ως τα σώματα".20
Έχοντες υπ' όψιν ταύτα ότι το όνομα Υιός δηλοί "κακείθεν", δηλαδή εκ του Πατρός, βλέπομεν τον Γρηγόριον να χρησιμοποιή νέαν ορολογίαν προς διατύπωσιν του πόθεν του Αγίου Πνεύματος, δηλαδή το "Προβολεύς" και το "Πρόβλημα". Ταύτα αντιστοιχούν ακριβώς εις το Πατήρ και το Υιός, ή Γεννήτωρ και Γέννημα.
Επισημαίνων την διαφοράν μεταξύ της περί Θεών αναρχίας και πολυαρχίας των Ελλήνων παίδων και της μοναρχίας των Ορθοδόξων, ο Θεολόγος τονίζει την ταυτότητα των εν τη Αγία Τριάδι ενεργειών, "ώστε καν αριθμώ διαφέρη, τη γε ουσία μη τέμνεσθαι. Δια τούτο μονάς απ' αρχής εις δυάδα κινηθείσα, μέχρι Τριάδος έστη. Και τούτό εστιν ημίν ο Πατήρ, και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα, ο μεν γεννήτωρ και προβολεύς, λέγω δε απαθώς, και αχρόνως, και ασωμάτως, των δέ, το μεν γέννημα, το δε πρόβλημα, ή ουκ οίδ' όπως αν τις ταύτα καλέσειεν, αφελών πάντη των ορωμένων ... Δια τούτο επί των ημετέρων όρων ιστάμενοι, το αγέννητον εισάγομεν, και το γεννητόν, και το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, ώς που φησιν αυτός ο Θεός και Λόγος".21
Οι Αρειανοί και οι Ευνομιανοί έπλεκον συλλογισμούς, ίνα αποδείξουν το ανόητον της περί Τριάδος διδασκαλίας των Ορθοδόξων. Εις τα επόμενα ο Θεολόγος ασχολείται με έναν συλλογισμόν αφορώντα τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα. "Ενταύθα σός ο λόγος, αι σφενδόναι πεμπέσθωσαν, οι συλλογισμοί πλεκέσθωσαν. Ή αγέννητον πάντως, ή γεννητόν. Και ει μεν αγέννητον, δύο τα άναρχα. Ει δε γεννητόν, υποδιαίρει πάλιν, ή εκ του Πατρός τούτο, ή εκ του Υιού. Και ει μεν εκ του Πατρός, Υιοί δύο και αδελφοί. Σύ δε μοι πλάττε και διδύμους, ει βούλει, ή τον μεν πρεσβύτερον, τον δε νεώτερον, επειδή λίαν εί φιλοσώματος. Ει δε εκ του Υιού, πέφηνε, φησί, και υιωνός ημίν Θεός,"22
Όπως παρετηρήσαμεν αλλαχού23 η πλεκτάνη αυτή έμεινε δια τον Αυγουστίνον άλυτος, αν και είχεν υποσχεθή εις τους αναγνώστας του ότι κατωτέρω θα εξηγήση διατί το Πνεύμα δεν είναι αδελφός του Λόγου. Πριν φθάση εις το θέμα αυτό οι φίλοι του έκλεψαν και εδημοσίευσαν τα χειρόγραφά του. Ούτως η υπόσχεσις παρέμεινε και ηναγκάσθη να ομολογήση εις την συνέχειαν ότι η υπόσχεσις απεδείχθη ευσεβής πόθος και ότι την απάντησιν θα εύρη τις εις την άλλην ζωήν.24 Το δίλημμα του Αυγουστίνου οφείλεται 1) εις τον στοχαστικόν τρόπον της θεολογίας του, 2) εις το ότι ταυτίζει ουσίαν και ενέργειαν, 3) εις το ότι δεν εννοεί ως ο ίδιος ομολογεί, την σημασίαν της διακρίσεως ουσίας και υποστάσεως εν τω Θεώ,25 4) εις το ότι μη γνωρίζων Ελληνικά και αδυνατών να παρακολουθήση την εν προκειμένω συζήτησιν των ελληνοφώνων Ρωμαίων ενόμιζεν ότι η υποστατική ιδιότης του Αγίου Πνεύματος είναι πρόβλημα περί του οποίου οι στοχασταί τάχα θεολόγοι της Εκκλησίας ανέλαβαν να μελετήσουν ίνα εύρουν λύσιν,25 και 5) και το χειρότερον, επίστευεν ότι και μετά την Β' Οικ. Σύνοδον το θέμα περί υποστατικής ιδιότητος του Πνεύματος παρέμεινεν εκκρεμές και απέθανε τω 430 με την εντύπωσιν ότι ο ίδιος εύρε μίαν λύσιν περί της υποστατικής ιδιότητος (τό Filioque), αλλά ουχί απάντησιν του διατί το Πνεύμα δεν είναι Υιός του Θεού και αδελφός του Λόγου.26 Αφού εταύτισε τας προαιωνίους ενεργείας της γνώσεως και της αγάπης και της βουλήσεως με τους τρόπους υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος και εταύτισε και την γέννησιν και την εκπόρευσιν με την ενέργειαν της πέμψεως και με άλλας ενεργείας,27 δεν ηδυνήθη να καταλάβη διατί να μην είναι το Πνεύμα αδελφός του Λόγου. Ταύτα πάντα διότι κατ' αυτόν σκοπός της θεολογίας είναι η έρευνα περί της ουσίας του Θεού και η ανίχνευσις του τί είναι γέννησις και εκπόρευσις.
Έχοντες ταύτα υπ' όψιν ας επανέλθομεν εις τον υπό του Θεολόγου βομβαρδισμόν και αφανισμόν του οχυρού της πλεκτάνης εντός της οποίας απέθανεν αιχμάλωτος ο Αυγουστίνος. Ιδού η πλεκτάνη. Αν το Πνεύμα είναι εκ του Πατρός, τότε είναι αδελφός του Λόγου. Αν είναι εκ του Υιού είναι Υιός του Λόγου και εγγονός του Πατρός. Ιδού η απλουστάτη απάντησις του Θεολόγου, "επεί δε σου την πρώτην διαίρεσιν ου δεχόμεθα, την μηδέν αγεννήτου και γεννητού μέσον υπολαμβάνουσαν, αυτίκα οιχήσονταί σοι μετά της σεμνής διαιρέσεως οι αδελφοί και οι υιωνοί, ώσπερ τινός δεσμού πολυπλόκου της πρώτης αρχής διαλυθείσης, συνδιαλυθέντες, και της θεολογίας υποχωρήσαντες. Που γαρ θήσεις το εκπορευτόν, ειπέ μοι, μέσον αναφανέν, της σής διαιρέσεως, και παρά κρείσσονος ή κατά σε θεολόγου, του Σωτήρος ημών εισαγόμενον; Ει μη την φωνήν εκείνην των σών εξείλες Ευαγγελίων, δια την τρίτην σου Διαθήκην, το Πνεύμα το Άγιον, ό παρά του Πατρός εκπορεύεται, ό καθ' όσον μεν εκείθεν εκπορεύεται, ου κτίσμα, καθ' όσον δε ου γεννητόν, ουχ Υιός, καθ' όσον δε αγεννήτου και γεννητού μέσον, Θεός. Και ούτω σου τας των συλλογισμών άκρυς διαφυγών, Θεός αναπέφηνε, των σών διαιρέσεων ισχυρότερος. Τις ουν η εκπόρευσις; Ειπέ συ την αγεννησίαν του Πατρός, καγώ την γέννησιν του Υιού φυσιολογήσω, και την εκπόρευσιν του Πνεύματος, και παραπληκτίσομεν άμφω εις Θεού μυστήρια παρακύπτοντες ... Τί ουν εστι, φησίν, ό λείπει τω Πνεύματι το είναι Υιόν; Ει γαρ μη λείπον τι ήν, Υιός αν ήν. Ου λείπειν φαμέν, ουδέ γαρ ελλειπής Θεός, το δε της εκφάνσεως, ίν' ούτως είπω, ή της προς άλληλα σχέσεως διάφορον, διάφορον αυτών και την κλήσιν πεποίηκεν. Ουδέ γαρ τω Υιώ λείπει τι προς το είναι Πατέρα, ουδέ γαρ έλλειψις η υιότης, αλλ' ου παρά τούτο Πατήρ. Ή ούτω γε και τω Πατρί λείπει τι προς το είναι Υιόν, ου γαρ Υιός ο Πατήρ. Αλλ' ουκ ελλείψεως ταύτά ποθεν, ουδέ της κατά την ουσίαν υφέσεως, αυτό δε τό, μη γεγεννήσθαι, και το γεγεννήσθαι, και το εκπορεύεσθαι, τον μεν Πατέρα, το δε Υιόν, το δέ, τούθ' όπερ λέγεται, Πνεύμα Άγιον προσηγόρευσεν, ίνα το ασύγχυτον σώζηται των τριών υποστάσεων εν τη μια φύσει τε και αξία της θεότητος. Ούτε γαρ ο Υιός Πατήρ (είς γαρ Πατήρ), αλλ' όπερ ο Πατήρ, ούτε το Πνεύμα Υιός, ότι εκ του Θεού (είς γαρ ο Μονογενής), αλλ' όπερ ο Υιός, έν τα τρία τη θεότητι, και το έν τρία ταις ιδιότησιν, ίνα μήτε το έν Σαβέλλιον ή, μήτε τα τρία της πονηράς νυν διαιρέσεως".28
Το γεγονός ότι ο Γρηγόριος ως υποστατικά ιδιώματα συγκαταλέγει το Προβολεύς δια τον Πατέρα και το Πρόβλημα δια το Πνεύμα, χωρίς να ονομάζεται ο Υιός Προβολεύς ή Συμπροβολεύς, σαφώς μαρτυρεί περί του εκ μόνου του Πατρός ύπαρξιν έχειν του Πνεύματος. Το ίδιον με το "ό καθ' όσον μεν εκείθεν εκ του Πατρός εκπορεύεται, ου κτίσμα". Κατά τον τρόπον αυτόν απορρίπτει τον συλλογισμόν "ει δε εκ του Υιού, πέφηνε, φησί, και υιωνός ημίν Θεός". Εάν επίστευεν ότι το Πνεύμα έχει ύπαρξιν και εκ του Υιού, αυτή ήτο η επιβεβλημένη μάλιστα περίπτωσις καθ' ήν ήτο και υποχρεωμένος να εξηγήση πώς δύναται το Πνεύμα να είναι και εκ του Υιού χωρίς να είναι υιωνός και κτίσμα. Αντιθέτως προκαλεί ο έχων "δείξον ουν ότι γέγονε, και τότε τω Υιώ δός, και τοις κτίσμασι συναρίθμησον ... Ει μεν γαρ γέγονε, δια Χριστού πάντως, ουδέ αυτός αρνήσωμαι. Ει δε ου γέγονε, πώς ή των πάντων έν, ή δια Χριστού;"29 Σαφώς εννοεί ότι εάν το Πνεύμα έχει την ύπαρξίν Του δια του Χριστού ή εκ του Χριστού τότε δίκαιον έχουν οι κτίσμα λέγοντες το Πνεύμα. Ταύτα ως και τον σαφέστατον ισχυρισμόν του Θεολόγου ότι "αυτό δε τό, μη γεγεννήσθαι, και το γεγεννήσθαι, και το εκπορεύεσθαι ... προσηγόρευσεν, ίνα το ασύγχυτον σώζηται των τριών υποστάσεων ... ", σημαίνουν σαφώς ότι αι υποστατικαί ιδιότητες του Προβολεύς και Πρόβλημα, εκπορεύειν, και εκπορεύεσθαι, και εκείθεν γεννητώς και εκείθεν εκπορευτώς κυριολεκτικώς είναι γνωρίσματα ιδιάζοντα, ασύγχυτα, και ουχί κοινά.
Δια τούτο περί του Αγίου Πνεύματος ο Θεολόγος Γρηγόριος ερωτά, "τί δε ου προσαγορεύεται, πλην αγεννησίας και γεννήσεως;"30 και διακηρύττει "πάντα όσα του Υιού, και του Πνεύματος, πλην της υιότητος".31
Αλλαχού συνοψίζει την περί κοινών και ασυγχύτων εν τη Αγία Τριάδι ούτω, "τηροίτο γαρ ως ο εμός λόγος, είς μεν Θεός, εις έν αίτιον και Υιού και Πνεύματος αναφερομένων, και κατά το έν και ταυτόν της θεότητος, ίν' ούτως είπω, κίνημά τε και βούλημα και την της ουσίας ταυτότητα. Αι δε τρεις υποστάσεις μηδεμιάς επινοουμένης συναλοιφής ή αναλύσεως ή συγχύσεως, Πατρός μεν ως ανάρχου και αρχής επινοουμένου και λεγομένου, αρχής δε ως αιτίου και ως πηγής και ως αϊδίου φωτός, Υιού δε ανάρχου μεν ουδαμώς, αρχής δε των όλων".32 Έν αίτιον του Υιού και του Πνεύματος είναι ο Πατήρ. Ούτως αι υποστάσεις είναι εκτός συγχύσεως διότι ο Πατήρ του Υιού και του Πνεύματος είναι αρχή ως αίτιος και ως πηγή και αΐδιον φώς. Ο Υιός δεν είναι άναρχος αλλά αρχή των πάντων δια το έν και ταυτόν της θεότητος ή δια το κίνημά τε και βούλημα και την της ουσίας ταυτότητα. Ασφαλώς το ίδιον ισχύει και δια το Άγιον Πνεύμα.
Ενώ οι Πατέρες δεν εκουράζοντο να τονίζουν ότι πάντα όσα έχουν κοινά ο Πατήρ και ο Υιός έχει και το Πνεύμα, ίνα αποδείξουν το ομοούσιον του Πνεύματος, ουδείς είπε ποτέ ότι εξαιρείται η εκπόρευσις την οποίαν έχουν τάχα οι δύο και όχι το Πνεύμα. Την περίπτωσιν αυτήν ούτε κατά φαντασίαν ως υπόθεσιν θα ηδύναντο να έχουν, αφού ετόνιζον πάντοτε το ιδιάζον, το ακοινώνητον, το ασύμβατον, και το ασύγχυτον των μη κοινών εν τη Αγία Τριάδι. Προς διευκόλυνσιν εις την διάκρισιν της εν τη Αγία Τριάδι διαφοράς διακρίνουν μεταξύ των κοινών της μιας φύσεως και των ιδιοτήτων των υποστάσεων.
Έχοντες πάντα τα ανωτέρω υπ' όψιν θα ήτο ανόητον να πιστεύση κανείς ότι ο Αυγουστίνος ορθώς επίστευεν ότι η περί της ιδιότητος του Αγίου Πνεύματος συζήτησις δεν ελύθη και δεν έληξεν εις την Β' Οικ. Σύνοδον. Αντιθέτως η φράσις "τό εκ του Πατρός εκπορευόμενον" σαφώς αντιστοιχεί με "τόν εκ του Πατρός γεννηθέντα", δηλούσα και αυτή την υποστατικήν ιδιότητα και τον τρόπον υπάρξεως του Αγίου Πνεύματος. Εάν εθεωρήτο η εκπόρευσις ως δηλούσα ενέργειαν του Πατρός, πεμπομένου του Πνεύματος, θα ηδύνατο να σημαίνη ή την κοινήν ενέργειαν της Τριάδος εις ήν μετέχει ως Κύριος και το Πνεύμα ή δουλικήν αποστολήν και το κτιστόν του Πνεύματος. Όμως το Σύμβολον δεν έχει σκοπόν να προβληματίζεται, αλλά να διακηρύξη το άκτιστον και το αυθυπόστατον του Πνεύματος, και το εκπορευτικώς την ύπαρξιν έχειν Αυτού εκ του Πατρός, μηδενός μεσολαβούντος.
Το ότι η Β' Οικ. Σύνοδος είχε συγκεκριμένως προ οφθαλμών την εν λόγω διάκρισιν μεταξύ κοινών και ακοινωνήτων φαίνεται από τα εξής γραφέντα εις την εν τω Β' τόμω σελ. 10 δημοσιευθείσαν Συνοδικήν Επιστολήν του 382 έχουσα περί της Νικαίας ούτω, "πιστεύειν εις το όνομα του Πατρός και του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή θεότητος και δυνάμεως, και ουσίας μιας του Πατρός, και του Υιού, και του Αγίου Πνεύματος πιστευομένης, ομοτίμου τε της αξίας, και συναϊδίου της βασιλείας, εν τρισί τελείαις υποστάσεσι, ήγουν τρισί τελείοις προσώποις, ως μήτε την Σαβελλίου νόσον χώραν λαβείν συγχεομένων των υποστάσεων, ειτούν των ιδιοτήτων αναιρουμένων, μήτε μην των Ευνομιανών, και Αρειανών, και Πνευματομάχων την βλασφημίαν ισχύειν, της ουσίας, ή της φύσεως, ή της θεότητος τεμνομένης, και τη ακτίστω και ομοουσίω και συναϊδίω Τριάδι μεταγενεστέρας τινός, ή κτιστής, ή ετερουσίου φύσεως επαγομένης".
Το πώς εσκέπτοντο οι εξ Αιγύπτου Πατέρες της Β' Οικ. Συνόδου φαίνεται και από τον Δίδυμον τον Τυφλόν, όστις διδάσκει ως όλοι οι Πατέρες περί των κοινών και ιδιαζόντων εν τη Αγία Τριάδι. "Και ότι δια το ταυτόν της ουσίας τα αυτά επ' αμφοτέραις ταις υποστάσεσιν Πατρός και Υιού ονόματα λέγονται, πάρεξ της πατρότητος και υιότητος, και της εκπορεύσεως του Πνεύματος, τούτο γαρ ίδιον εκάστης υποστάσεως ιδικώς"33 Αλλαχού γράφει, "αλλ' όμως άμφω αι υποστάσεις (Υιού και Πνεύματος) εξ αυτού (τού Πατρός) κατά φύσιν συμφυώς εισιν, η μεν του Υιού γεννητώς, η δε του Πνεύματος αυτού εκπορευτικώς".34 Ο Δίδυμος επανειλημμένως τονίζει ότι το εκπορευόμενον εκ του Πατρός "εξεφάνη ανάρχως και ομοουσίως εκ της πατρικής υποστάσεως.35
Εκάστη "πρόοδος" γίνεται μέσω των ίσων και ομοίων.36 Η γέννησις του Υιού και η εκπόρευσις του Πνεύματος εκ του Θεού εγένετο ομοουσίως διαφοροτρόπως.
Το Άγιον Πνεύμα είναι το μόνον "εκπορευθέν" εκ της υποστάσεως του Πατρός άνευ αρχής και διαστήματος. Δεν αμφιβάλλομεν το ομοούσιον της Τριάδος, αλλά ούτε ζητούμεν να μάθωμεν τον τρόπον της διαφοράς μεταξύ γεννήσεως και εκπορεύσεως, "τό μόνον εκ της υποστάσεως αυτού (τού Πατρός) ανάρχως και αδιαστάστως εκπορευθέν, τω μεν ομοουσίω της Τριάδος μη απιστούντες, τρόπον δε και διαφοράν γεννήσεως και εκπορεύσεως ου ζητούντες, επειδή και ταις ουρανίοις λειτουργικαίς δυνάμεσιν άγνωστον, άφραστον, και φοβερόν ενθυμήσει καθέστηκε τούτο, και το πώς εαυτή συνυφέστηκεν ανάρχως η Αγία Τριάς, έχουσα αεί ωσαύτως και κατά ταύτα".37
Δια τον Δίδυμον ο όρος πρόοδος αναφέρεται εις την γέννησιν και εκπόρευσιν και ισοδυναμεί με το ύπαρξιν έχειν εκ του Πατρός.38 Ούτως έχομεν πρόοδον γεννητώς και πρόοδον εκπορευτικώς.39 Η πρόοδος αυτή είναι εκ του Πατρός αλλά και προς τον Πατέρα.40 Ούτω το Άγιον Πνεύμα έχει την "μόνην πρόοδον" προς τον Πατέρα, "καί πρόοδον μεν την εκ του Πατρός έχει, ως αν εξ αυτού εκπορευόμενον, μόνην δε την εις τον Πατέρα, ως αν έν και ταυτόν υπάρχον".41 Ασφαλώς εάν είχε πρόοδον το Πνεύμα εκ του Πατρός και του Υιού δεν θα είχε "μόνην πρόοδον" προς τον Πατέρα. Επίσης ο Δίδυμος έγραψεν ειδικήν περί Αγίου Πνεύματος εργασίαν, ήτις διασώζεται εν Λατινική μεταφράσει του αγίου Ιερωνύμου και κάμνει πολύν λόγον περί εκπορεύσεως εκ του Πατρός, ουδέποτε όμως και εκ του Υιού.42
Οι Φράγκοι έκαμον πολλήν χρήσιν του Ιωαν. 16,15, ίνα στηρίξουν το Filioque. Ερμηνεύων το χωρίον αυτό ο Δίδυμος μεταξύ άλλων γράφει, "ώσπερ γαρ ο διδούς Υιός ουδενός στερείται, ουδέ κενούται, ούτω το Άγιον Πνεύμα ου λαμβάνει, ο μη έχει, ουδέ ακούον λαλεί, το μόνον ειδός, κατά Παύλον τα του Θεού".43 Αλλαχού ο Δίδυμος γράφει, "ως τοίνυν ουδεμία επινοείται παραλλαγή θεότητος επί του Υιού (ούτε γαρ διακονεί, ως αλλοίος τη φύσει αλλοίω, ούθ' υφέσει δυνάμεως, αλλ' ως Υιός Λόγος γνησίω Πατρί, ούτ' εντολήν λαμβάνει, ως αγνοών το δέον και το πατρικόν βούλημα αλλ' ως προείρηται), ούτω και το θεϊκόν Πνεύμα. Και ω τρόπω τα του Θεού Λόγου αναφέρεται εις τον Θεόν Πατέρα, τούτω, και ουκ άλλω, τα του Αγίου Πνεύματος".44
Πάντως εξ έργων υπό της παραδόσεως αποδιδομένων εις Μ. Βασίλειον, αλλά υπό των Παπικών εις τον Δίδυμον διαβάζομεν τα εξής ενδιαφέροντα, "ότι τα κοινά τω Πατρί και τω Υιώ, ταύτα κοινά τω Πνεύματι, ότι εν οίς χαρακτηρίζεται Θεός ο Πατήρ και ο Υιός εν τη Γραφή, εν αυτοίς χαρακτηρίζεται και το Πνεύμα το Άγιον εξ ών συνάγεται της αυτής θεότητος το Πνεύμα τω Πατρί".45 "Γεννά Θεός ουχ ως άνθρωπος, γεννά δε αληθώς, και το γέννημα εξ αυτού εκφαίνει Λόγον ουκ ανθρώπινον, εκφαίνει δε Λόγον αληθώς εξ εαυτού, και εκπέμπει Πνεύμα δια στόματος, ουχ οίον ανθρωπίνως, επεί μηδέ στόμα Θεού σωματικόν, εξ αυτού δε και το Πνεύμα, και ουχ ετέρωθεν".46
Τα ίδια περί κοινών και ιδιαζόντων γραφόμενα ευρίσκομεν εις όλους τους Πατέρας. Πάντως ουδεμία αμφιβολία χωρεί περί της διδασκαλίας των Πατέρων της Β' Οικ. Συνόδου και ούτε περί των λόγων δι' ούς η Η' Οικ. Σύνοδος κατεδίκασεν ως αίρεσιν την υπό των Φράγκων προσθήκην του Filioque εις το Σύμβολον της πίστεως.
Ίνα κατανοήση τις την ομοφωνίαν των αγίων Πατέρων περί της εν τη Β' Οικ. Συνόδω διατυπώσεως του περί Αγίου Πνεύματος δόγματος επισημαίνομεν την περί εκπορεύσεως συζήτησιν μεταξύ Θεοδωρήτου Κύρου και αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας. Αι εκφρασθείσαι γνώμαι αντιπροσωπεύουν την περί της Β' Οικ. Συνόδου ερμηνευτικήν παράδοσιν της Αντιοχείας, της Αλεξανδρείας, αλλά και της Ρώμης, και τελικώς όλων των Εκκλησιών εις την Δ' Οικ. Σύνοδον.
Ο άγιος Κύριλλος συνοδικώς είχε συντάξει 12 κεφάλαια κατά των αιρέσεων του Νεστορίου. Ο Θεοδώρητος Κύρου έγραψε μίαν ανατροπήν των εν λόγω κεφαλαίων και επεσήμαινε το Θ' κεφάλαιον, ως ίσως διδάσκον ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Υιού ή δια του Υιού και χαρακτηρίζει την τοιαύτην διδασκαλίαν "ως βλάσφημον" και "δυσσεβές".
Το εν λόγω Θ' κεφάλαιον του Κυρίλλου έχει ούτως, "ει τις φησί τον ένα Κύριον Ιησούν Χριστόν δεδόξασθαι παρά του Πνεύματος, ως αλλοτρία δυνάμει τη δι' αυτού χρώμενον, και παρ' αυτού λαβόντα το ενεργείν δύνασθαι κατά πνευμάτων ακαθάρτων, και το πληρούν εις ανθρώπους τας θεοσημίας, ανάθεμα έστω".48
Εν τη ανατροπή του Θ' κεφαλαίου ο Θεοδώρητος παρατηρεί τα εξής, "ίδιον δε το Πνεύμα του Υιού, ει μεν ως ομοφυές, και εκ Πατρός εκπορευόμενον έφη, συνομολογήσομεν, και ως ευσεβή δεξόμεθα την φωνήν, ει δ' ως εξ Υιού, ή δι' Υιού την ύπαρξιν έχον, ως βλάσφημον τούτο και ως δυσσεβές απορρίψομεν. Πιστεύομεν γαρ τω Κυρίω λέγοντι, το Πνεύμα, ό εκ του Πατρός εκπορεύεται. Και τω θειοτάτω Παύλω ομοίως φάσκοντι, ημείς δε ου το Πνεύμα του κόσμου ελάβομεν, αλλά το Πνεύμα το εκ του Πατρός Θεού".49
Εις ταύτα ο Κύριλλος δηλοί την συμφωνίαν του ούτως, "Ήν γαρ έστιν αυτού το Πνεύμα, καθάπερ αμέλει και του Πατρός, και τούτο ημίν εύ μάλα σαφηνιεί γεγραφώς ο θεσπέσιος Παύλος. Εκπορεύεται μεν γαρ εκ του Θεού και Πατρός το Πνεύμα το Άγιον κατά την του Σωτήρος φωνήν, αλλ' ουκ αλλότριον εστί του Υιού, πάντα γαρ έχει μετά του Πατρός. Και τούτο αυτός εδίδαξεν ειπών περί του Αγίου Πνεύματος, πάντα όσα έχει ο Πατήρ εμά εστί. Δια τούτο είπον υμίν, ότι εκ του εμού λήψεται και αναγγελεί υμίν".50
Κατά την επανένωσιν της Εκκλησίας της Αντιοχείας μετά της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας δια της υπό των Αντιοχειανών αποδοχής της Γ' Οικ. Συνόδου και των 12 κεφαλαίων του Κυρίλλου,51 ο Κύριλλος εις την ενωτικήν επιστολήν του προς Ιωάννην επανήλθεν εις το θέμα περί της εκπορεύσεως ίνα μη υπάρχει αμφιβολία ούτως, "ου γαρ ήσαν αυτοί οι λαλούντες, αλλά το Πνεύμα του Θεού και Πατρός, ό εκπορεύεται μεν εξ αυτού, έστι δε ουκ αλλότριον του Υιού, κατά γε τον της ουσίας λόγον".52
Περί της εν λόγω ενωτικής επιστολής του Κυρίλλου οι επίσκοποι της ανατολικής Διοικήσεως απήντησαν προς τον Ιωάννην Αντιοχείας επί των θεμάτων της Χριστολογίας και της εκπορεύσεως ούτω, "τά γε νυν απεσταλμένα (δηλ. υπό Κυρίλλου) τη ευαγγελική ευγενεία καλλύνεται. Θεός γαρ τέλειος, και άνθρωπος τέλειος ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός αναδείκνυται εν αυτοίς. Και το Πνεύμα το Άγιον ουκ εξ Υιού ή δι' Υιού ύπαρξιν έχον, αλλ' εκ του Πατρός εκπορευόμενον, ίδιον δε Υιού ως ομοούσιον ονομαζόμενον".53
Ο Θεοδώρητος Κύρου συνέχισε τον κατά του Κυρίλλου αγώνα του μετά τας εν λόγω διαλλαγάς του 433,54 αλλ' ουδέποτε επανήλθεν εις το περί εκπορεύσεως θέμα. Μετά των λοιπών επισκόπων της ανατολικής Διοικήσεως (Πατριαρχείου Αντιοχείας) εδέχθη τας περί εκπορεύσεως επεξηγήσεις του Κυρίλλου ως Ορθοδόξους και περιωρίσθη εις επίθεσιν κατά της Χριστολογίας του Κυρίλλου. Ο Θεοδώρητος καθηρέθη υπό της Ληστρικής Συνόδου του 449 και απεκατεστάθη κατά την Η' συνεδρίαν της Δ' Οικ. Συνόδου, ότε εδέχθη την Γ' Οικ. Σύνοδον και αφώρισε τον Νεστόριον. Μάλιστα κατά την διάρκειαν της Δ' Οικ. Συνόδου εδέχθη ότι δεν υπάρχει δογματική διαφορά μεταξύ του Τόμου του Λέοντος και των δώδεκα κατά Νεστορίου Κεφαλαίων του Κυρίλλου, ως απεδείξαμεν αλλαχού και θα είδωμεν εν οικείω τόπω.55
Το γεγονός ότι ο Πάπας Λέων της Ρώμης ουδέποτε απεδέχθη την καθαίρεσιν του Θεοδωρήτου, σημαίνει σαφώς ότι η Εκκλησία της Ρώμης ησπάζετο την περί εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος διδασκαλίαν της Β' Οικ. Συνόδου. Ούτε οι Λεγάτοι του Πάπα Λέοντος, ούτε οι ελληνόφωνοι Ρωμαίοι Πατέρες της Δ' Οικ. Συνόδου έθεσαν ως όρον αποκαταστάσεως του Θεοδωρήτου, την αποκήρυξιν της διδασκαλίας του περί εκπορεύσεως του Πνεύματος εκ μόνου του Πατρός. Ούτε εις την Ληστρικήν Σύνοδον κατεδικάσθη ο Θεοδώρητος δια τα επί του θέματος γραφόμενά του, ούτε υπεστήριξαν ποτέ οι αποσχισθέντες μετά του Διοσκόρου λεγόμενοι Μονοφυσίται τα ανόητα των Φραγκολατίνων, ότι ο Κύριλλος διδάσκει τάχα ότι το Πνεύμα έχει ύπαρξιν και εκ του Υιού και ότι εις τούτο διαφέρει από τον Θεοδώρητον. Πάντα τα ανωτέρω βοούν περί της ιστορικής και δογματικής αληθείας.
Πάντως όταν εις την Β' Οικ. Σύνοδον επεκράτησεν ο όρος εκπόρευσις να σημαίνη την ακοινώνητον υποστατικήν ιδιότητα του Αγίου Πνεύματος και την υπαρκτικήν σχέσιν αιτίου Πατρός και αιτιατού Πνεύματος ώφειλον οι λατινόφωνοι Ρωμαίοι της εποχής να προσαρμοσθούν. Φαίνεται όμως ότι εξ αιτίας της περί θεοπνευστίας των Πατέρων διδασκαλίας της παραδόσεως τα κείμενα του Αμβροσίου και ίσως του Αυγουστίνου, εν οίς περιείχοντο τα περί εκπορεύσεως του Πνεύματος εκ του Πατρός και του Υιού απέκτησαν κύρος, αλλά ηρμηνεύοντο υπό το πρίσμα της διδασκαλίας ή της διατυπώσεως της Β' Οικ. Συνόδου. Επεκράτησεν ο όρος εκπόρευσις να σημαίνη 1) τρόπον υπάρξεως, ότε μόνος αίτιος της υπάρξεως του Πνεύματος είναι ο Πατήρ και 2) ενέργειαν ωσάν την πέμψιν, ότε πέμπει και ο Υιός αλλά με την μίαν και αυτήν πεμπτικήν ενέργειαν του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Δηλαδή εις την πέμψιν ταύτην μετέχει και το Πνεύμα ως Θεός και Κύριος.
Ούτως οι λατινόφωνοι Ορθόδοξοι ουδέποτε εδέχθησαν την φραγκολατινικήν ερμηνείαν του αυγουστινείου Filioque περί του συναιτίου του Υιού εις την αιτιατήν ύπαρξιν του Αγίου Πνεύματος. Τούτο φαίνεται σαφώς από την υπό του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού ερμηνείαν των αποφάσεων της υπό τον Πάπαν Μαρτίνον εν τω Λατερανώ συνελθούσης τω 649 Συνόδου κατά του Μονοθελητισμού.
Ο άγιος Μάξιμος περί αυτής γράφει τα εξής, "τών του νυν αγιωτάτου Πάπα Συνοδικών, ουκ εν τοσούτοις, όσοις γεγράφατε Κεφαλαίοις, οι της Βασιλίδος επελάβοντο, δυσί δε μόνοις. Ών το μεν υπάρχει, περί θεολογίας, ότι τε, φασίν, είπεν εκπορεύεσθαι κακ του Υιού το Πνεύμα το Άγιον. Το δ' άλλο περί της θείας σαρκώσεως, ότι περ γέγραφε δίχα τον Κύριον είναι της προπατορικής αμαρτίας, ως άνθρωπον. Και εις μεν το πρώτον, συμφώνους παρήγαγον χρήσεις Ρωμαίων Πατέρων, έτι μην και Κυρίλλου Αλεξανδρείας, εκ της πονηθείσης αυτώ ιεράς πραγματείας εις τον Ευαγγελιστήν άγιον Ιωάννην, εξ ών, ουκ αιτίαν τον Υιόν ποιούντος του Πνεύματος σφάς αυτούς απέδειξαν, μίαν γαρ ίσασιν Υιού και Πνεύματος τον Πατέρα αιτίαν, του μεν κατά την γέννησιν, του δε κατά την εκπόρευσιν, αλλ' ίνα και δι' αυτού προϊέναι δηλώσωσι, και ταύτη το συναφές της ουσίας και απαράλλακτον παραστήσωσι".56